Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ.Τσαμουργκέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γ.Τσαμουργκέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2014

Γ.Τσαμουργκέλη : Οι τράπεζες, τα τεστ και η αναπαραγωγή του συστήματος








Του Γιάννη Τσαμουργκέλη
Οι πανηγυρισμοί για την κατάσταση των ελληνικών τραπεζών δεν συνάδουν με την κορυφαία κατάταξη τριών από τις τέσσερις, στη λίστα με τις προβληματικές ευρωπαϊκές τράπεζες. Κυρίως όμως δεν συνάδουν με την επτάχρονη ταλαιπωρία της οικονομίας, των επιχειρήσεων και των πολιτών.

Οι ελληνικές τράπεζες συμπτύχτηκαν βιαίως σε τέσσερις, ανακεφαλαιώθηκαν, αφέθηκαν ελεύθερες να προσδιορίσουν τον τρόπο εφαρμογής της ευρωπαϊκής νομισματικής πολιτικής στη χώρα, παρά το γεγονός ότι η πλειοψηφία των μετοχών τους ανήκει στο δημόσιο. Ενισχύθηκαν με ιδιωτικά κεφάλαια με σκανδαλώδες κόστος για το δημόσιο που αποποιήθηκε κάθε δυνατότητας αποζημίωσης επί των απωλειών του. Ενισχύθηκαν περαιτέρω μέσω του προνομιακού αναβαλλόμενου φόρου. Αποτέλεσμα όλων αυτών είναι ο εγκλωβισμός της οικονομίας σε συνθήκες καταρρέουσας ρευστότητας με ακριβό και μη προσβάσιμο χρήμα, που επιτείνει τα αδιέξοδα της λιτότητας βαθαίνοντας και επιμηκύνοντας την ύφεση. Το ότι βρέθηκαν τρεις εκ των τεσσάρων στη λίστα με τις προβληματικές είναι μια ακόμα απόδειξη της αποτυχίας της εφαρμοζόμενης οικονομικής πολιτικής που απλώς συμπληρώνει την εικόνα των λαθών.

Σε μια περίοδο κρίσης με τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ σε πτωτική πορεία, η διαφορά μεταξύ του μέσου επιτοκίου χορηγήσεων και του μέσου επιτοκίου καταθέσεων (επιτοκιακό περιθώριο), παρουσιάζει αύξηση από το Δεκέμβριο του 2013 μέχρι τον Αύγουστο του 2014 κατά 0,66 ποσοστιαίες μονάδες για τα νέα δάνεια και κατά 0,27 μονάδες για τα υφιστάμενα. Με άλλα λόγια τα κέρδη των τραπεζών αυξάνονται απορροφώντας ρευστότητα και εισοδήματα από την πραγματική οικονομία. Από την αρχή του χρόνου έχει «μεταφερθεί» από την πραγματική οικονομία στις τράπεζες ένα δισ. επιπλέον των κερδών που ήδη αποκόμιζαν. Τα επιτόκια χορηγήσεων συντηρούνται σε υψηλά επίπεδα τόσο σε σχέση με την πορεία των επιτοκίων καταθέσεων, όσο και με δεδομένο τον αρνητικό και επιδεινούμενο πληθωρισμό, διατηρώντας τις παραδόσεις του ελληνικού τραπεζικού συστήματος που καταγράφει σταθερά υψηλότερα περιθώρια σε όλη την ευρωζώνη από δημιουργίας της.

Ουσιαστικά οι τράπεζες με τα υψηλά επιτόκια χορηγήσεων όχι μόνο απορροφούν ρευστότητα και διαθέσιμο εισόδημα αλλά συντηρούν τους όρους απαξίας των περιουσιακών στοιχείων (σπίτια, οικόπεδα, εργοστάσια κλπ), ενώ δυσχεραίνουν τις επενδύσεις. Ενδεικτική είναι η συνεχιζόμενη μείωση των δανείων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά με μια μικρή θετική ανάκαμψη (0,9%), αποκλειστικά στο τομέα των δανείων προς τους ελεύθερους επαγγελματίες, αγρότες και τις προσωπικές επιχειρήσεις.

Επιπλέον, δυσχεραίνουν τους όρους πληρωμής των προβληματικών δανείων ενώ συντείνουν στη δημιουργία νέων καθώς εξωθούν ολοένα και περισσότερες επιχειρήσεις σε πτωχεύσεις και ρυθμίσεις. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου που στην Συγκεντρωτική Έκθεση για τη Συνολική Αξιολόγηση των συστημικών τραπεζών της ΕΚΤ, επισημαίνεται το δυναμικό στοιχείο των «κόκκινων» δανείων που υποχρεώνει σε συνεχείς αναθεωρήσεις της αξίας του ενεργητικού των τραπεζών όσο και των εκάστοτε κεφαλαιακών αναγκών τους, λόγω νέων προβλέψεων για ζημίες που θα πρέπει να σχηματίζουν. Η πολιτική των υψηλών επιτοκίων χορηγήσεων στρεβλώνει την ίδια την αγορά καθώς ενισχύει την επιχειρηματικότητα που είναι αποφασισμένη ναν αναλάβει υψηλό κίνδυνο, ικανό να ανταπεξέλθει στα υψηλά επιτόκια και τα σχετικά κόστη προσελκύοντας αντίστοιχα «υψηλού κινδύνου» επιχειρηματίες. Τέλος, τα υψηλά επιτόκια τροφοδοτούν την κοινωνική ανισότητα καθώς στερούν τη χρηματοδότηση από τις ελληνικές μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις που υποκαθίστανται στην αγορά από μεγάλες με πρόσβαση σε διεθνή και φθηνή χρηματοδότηση, με κατάληξη τη συγκεντροποίηση και ολιγοπωλιακή διάρθρωση των αγορών.

Η πολιτική προτεραιότητα της «σωτηρίας» των τραπεζών ώστε να σύρουν το άρμα της ανάκαμψης, τις έχει μετατρέψεις σε συρόμενα από τους πολίτες και τις επιχειρήσεις που ως φορολογούμενοι τις ενισχύουν κεφαλαιακά και ως δανειοδοτούμενοι τις αιμοδοτούν μέσω των υψηλών επιτοκίων.

Ο έλεγχος των τραπεζών με την πρόσφατη αξιολόγηση της ΕΚΤ παρουσιάζονται θετικές καθώς απαιτούνταιπλέον, μικρές κεφαλαιακές συμπληρώσεις. Η κυβέρνηση εκτιμά τα αποτελέσματα αυτά ως εφαλτήριο μιας νέας περιόδου όπου οι τράπεζες θα προσέλθουν παρέχοντας ρευστότητα και στηρίζοντα τις επενδύσεις. Είθε! Πάντως, μέχρι στιγμής απολύτως καμία τράπεζα δεν έχει αυξήσει τις χορηγήσεις της παρά το γεγονός ότι οι σχετικές αυξήσεις κεφαλαίου που απάλυναν το κεφαλαιακό πρόβλημα έχουν γίνει από καιρό.

Αλλά ακόμα και όταν έλθει η πολυπόθητη στιγμή της ανάκαμψης των χορηγήσεων, το επιχειρηματικό σκηνικόστο οποίο θα αποταθούν συναπαρτίζεται πλέον από ελάχιστες επιβιώσασες επιχειρήσεις, συγκεντροποίηση των αγορών σε ολιγοπωλιακέςεπιχειρηματικές διατάξεις, όξυνση της άνισης κατανομής του πλούτου… Το κακό έχει γίνει ενώ το παρελθόν επανέρχεται ως πρότυπο κατεύθυνσης με οδηγό την ανάκαμψη της χρηματοδότησης από τις 4 συστημικές τράπεζες και υπό το πολιτικό πλαίσιο του ίδιου πελατειακού συστήματος. Οι πανηγυρισμοί της κυβερνητικής πλειοψηφίας είναι απόλυτα δικαιολογημένες. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις η υπέρβαση της κρίσης αφήνει αλώβητο το πελατειακό πολιτικό σύστημα και τα ιεραρχημένα επιχειρηματικά συμφέροντα. Κυρίαρχο και ολιγαρχικά ενισχυμένο. Όπως επίσης είναι απόλυτα δικαιολογημένη και η προθυμία της κυβέρνησης να μεταβιβάσει τάχιστα τις μετοχές που κατέχει το δημόσιο σε ιδιώτες έτσι ώστε να «κλειδώσει» την αναπαραγωγή του συστήματος, καταργώντας μέσω της ιδιωτικοποίησης κάθε δυνατότητα ελέγχου της νομισματικής πολιτικής σε ένα συγκροτημένο και συντονισμένο πλαίσιο υπέρβασης της κρίσης.

Η αλλαγή αυτών των κατευθύνσεων απαιτούν αλλαγή πολιτικής άμεσα. Χρειάζεται πολιτική παρέμβαση της κυβέρνησης στις διοικήσεις των τραπεζών με προτεραιότητα τη δραστική μείωση των επιτοκίων χορηγήσεων και τονπεριορισμότου επιτοκιακού περιθωρίου. Η πολιτική αυτή συνειδητά θα περιορίσει τα κέρδη των τραπεζών από τη διαφορά επιτοκίων. Ωστόσο θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα της οικονομίας και θα ενισχύσει τη ζήτηση αλλά και τις αξίες των περιουσιών και περαιτέρω τον κύκλο εργασιών και την αξία των ενεργητικού των ίδιων των τραπεζών. Παράλληλα θα ανακόψει το ρυθμό πτωχεύσεων και ρυθμίσεων δανείων και άρα την ανάγκη σχηματισμού προβλέψεων υποστηρίζοντας την αύξηση της κερδοφορίας των τραπεζών μέσω της αύξησης των εργασιών τους αλλά και τη διαρθρωτική εξυγίανση του χαρτοφυλακίου. Μόνο που πλέον όλα αυτά θα εδράζονται σε μια ισχυρή και όχι απισχνασμένηπραγματική οικονομία.Μια οικονομία ζωντανή και δραστήρια ικανή να απορροφήσει και να υποστηρίξει μεταρρυθμίσεις αλλά και να ανεχθεί τα βάρη μιας αναγκαίας, τίμιας και κοινωνικά δίκαιης δημοσιονομικής προσαρμογής.

Κυρίως όμως η μείωση τωνεπιτοκίων χορηγήσεων θα αποτελέσει μοχλό υγιούς επιχειρηματικότητας, δημιουργίας νέων επιχειρήσεων και εξυγίανσης πολλών εκ των υφιστάμενων που αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο λειτουργίας του ανταγωνισμού και πλαίσιο ίσων ευκαιριών για όλους. Επιτέλους, οι τράπεζες πρέπει να γίνουν ο μοχλός για την αλλαγή και όχι για τη συντήρηση και ενίσχυση του οικονομικού συστήματος ιεραρχημένων επιχειρηματικών συμφερόντων.

Τέλος, καταλύτης μιας νέας πορείας είναι η αλλαγή του τραπεζικού σκηνικού με την άρση των εμποδίων εισόδου και εξόδου από την τραπεζική αγορά. Χρειάζονται πολλές τράπεζες, μικρές, μεγάλες, τοπικές και περιφερειακές, ιδιωτικές και συνεταιριστικές. Μόνον έτσι το χρήμα θα προσφέρεται με ανταγωνιστικού όρους και θα γίνει εξίσου προσβάσιμο σε όλους και το τραπεζικό σύστημα θα αναδειχθεί πυλώνας μιας πραγματικά νέας συστημικήςαναδιάταξης στο τρόπο λειτουργίας της οικονομίας.
* Ο κ. Γιάννης Τσαμουργκέλης διδάσκει διεθνή οικονομικά στο παν/μιο του Αιγαίου


Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Γ.Τσαμουργκέλης: Συναινετική ή Αντιθετική Αναπαραγωγή








Ενδιαφέρουσα ανάλυση μέσω κατηγοροιοποίησης των μηχανισμών αναπαραγωγής. Ωστόσο προβάλουν ερωτήματα . Σε ένα συστημα συνύπαρξης συναινετικών ή αντιθετικών  προτάσεων, οι αντιθετικές έχουν veto.Επομένως το σύστημα είναι de facto αντιθετικό, και αναπαράγεται



Πηγή: tsamourgelis.wordpress.com

Το ερώτημα που τίθεται είναι απλό και επαναλαμβανόμενο προκαταλαμβάνοντας τις αναζητήσεις για τις μελλοντικές κυβερνητικές ή ευρύτερες συνεργασίες. Γιατί τόσα πολλά κόμματα συνωθούνται στο χώρο της λεγόμενης κεντροαριστεράς ή του δημοκρατικού σοσιαλισμού ή ότι άλλο. Είναι ουσιώδες ή συγκυριακό φαινόμενο, ή απλώς αποκύημα ανάξιων επιγόνων;


Στα αστικά καθεστώτα η διάρθρωση του πολιτικού-οικονομικού και κοινωνικού σχηματισμού μιας χώρας διαμορφώνει το πλαίσιο λειτουργίας της οικονομίας και των θεσμών, ώστε ελεύθεροι πολίτες να δραστηριοποιούνται σε ανοικτές αγορές με σεβασμό της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Σαφέστατα, η ελευθερία των πολιτών, η προσβασιμότητα των αγορών και η έννοια του σεβασμού της ιδιοκτησίας δεν είναι παντού ίδια. Καταλύτης στη διαμόρφωση του τελικού σχηματισμού κάθε χώρας είναι το κράτος και το κανονιστικό πλαίσιο (σύνταγμα, νόμοι κλπ), που θέτουν τους όρους της ελευθερίας των πολιτών, της προσβασιμότητας των αγορών και του σεβασμού της ιδιοκτησίας ως πλαισίου για την ανεμπόδιστη και επί ίσοις όροις διεκδίκηση του μέλλοντος από κάθε πολίτη, ανάλογα με τις δυνατότητες και τις επιλογές του. Είναι το κράτος και το κανονιστικό πλαίσιο, που διαμορφώνουν τους θεσμούς, τους μηχανισμούς και εν τέλει τον τρόπο που η κάθε αστική δημοκρατία καταλήγει να κατανέμει παραγωγικές δυνατότητες στους πολίτες, όσο και τον πλούτο και τα εισοδήματα που αυτοί μπορούν να διεκδικούν και να κατακτούν.

Η τυπολογία της ποικιλίας των αστικών δημοκρατιών έχει καταλήξει σε κάποιες γενικές κατηγορίες γύρω από τις οποίες κατατάσσονται τα συστήματα της κάθε χώρας. Τα συστήματα αυτά είναι:

το φιλελεύθερο (πχ ΗΠΑ, Καναδάς) όπου οι αγορές κυριαρχούν ως μέσο κατανομής πόρων και εισοδημάτων, το συναινετικό (πχ Γερμανία, Σκανδιναβικές χώρες) όπου θεσμοί συλλογικής συνεννόησης –με δεδομένες τις αγορές- διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των μηχανισμών κατανομής,το ιεραρχικό (πχ χώρες της Λατινικής Αμερικής, Τουρκία) όπου ιεραρχικές διατάξεις επιχειρηματικών και άλλων συμφερόντων κατευθύνουν τους μηχανισμούς κατανομής.[1]

Κάθε κατηγορία έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά στην οργάνωση των αγορών, την οργάνωση των επιχειρήσεων και των διοικητικών προτύπων των εργασιακών σχέσεων και το ρόλο του συνδικαλισμού, της καινοτομίας και της εξειδίκευσης των παραγωγικών δραστηριοτήτων.

Το ελληνικό καπιταλιστικό μόρφωμα είναι πελατειακό με ισχυρό ρόλο του κράτους ενώ κυριαρχείται από ολιγοπώλια με μεγάλη συγκέντρωση μετοχών σε συγκεκριμένους ιδιοκτήτες, προσιδιάζοντας σαφέστατα στο ιεραρχικό πρότυπο. Οι θεσμοί κοινωνικού διαλόγου πριν την κρίση, αποδεικνύονται πλήρως ενσωματωμένοι στο πελατειακό σύστημα με ισχυρές δομές εξυπηρέτησης ειδικών συμφερόντων και εξαρτήσεων από ιεραρχικά επιχειρηματικά συμφέροντα. Η ιδιοσυστασία του ελληνικού μορφώματος ωστόσο αποκτά σαφέστερο προσανατολισμό προ ένα ιεραρχικό σύστημα στην πορεία μετά την εκδήλωση της κρίσης. Με την ενίσχυση της ολιγοπωλιακής διάρθρωσης της οικονομίας και των ολιγοπωλίων, με κορυφαία αυτή των 4 τραπεζών, τη διάχυση επιχειρηματικών ομίλων σε πολλούς κλάδους και τομείς της οικονομίας, την εξαφάνιση των συνδικάτων και των θεσμών συλλογικής εκπροσώπησης και διαλόγου. Πολύ δε περισσότερο, με τη συστημική απίσχναση του κράτους και την αποδυνάμωση της δημοσιονομικής πολιτικής που πλέον, μεταθέτει το βάρος της εξυπηρέτησης και διεκπεραίωσης των πελατειακών πολιτικών σχέσεων και συμφερόντων (κατανομή επενδύσεων, προσλήψεις, ανθρωπιστική μέριμνα κλπ), στον ιδιωτικό τομέα και τα ιεραρχημένα επιχειρηματικά συμφέροντα.

Σε σχέση με αυτήν την προοπτική κατεύθυνση του πολιτικοοικονομικού συστήματος της χώρας, οι πολιτικοί φορείς και σχηματισμοί της κεντροαριστεράς καταγράφουν τι εξής τάσεις:
Προσαρμοστικός εκσυγχρονισμός του συστήματος ιεραρχικών διατάξεων

Η τάση αυτή διεκδικεί τον εκσυγχρονισμό των δομών του συστήματος στο πλαίσιο της αναπαραγωγής των ιεραρχικών επιχειρηματικών διατάξεων. Μέρος αυτής της τάσης υπηρετεί συνειδητά το πρότυπο αυτό με αντάλλαγμα τη στήριξη της πολιτικής της εξουσίας, ενώ μέρος θεωρεί τις ιεραρχικές επιχειρηματικές διατάξεις το σταθεροποιητικό κορμό μέσω του οποίου διασφαλίζεται καλύτερα η πορεία του εκσυγχρονισμού. Η τάση του προσαρμοστικού εκσυγχρονισμού είναι η πλέον ορατή και κυριαρχεί όλα αυτά τα χρόνια. Κομματικά εκφράζετε από την ΕΛΙΑ (ΠΑΣΟΚ) με πληρέστερη έκφραση στις εκσυγχρονιστικές του τάσεις, όσο και δυνάμεις που πλειοψηφούν στο ΠΟΤΑΜΙ. Στην τάση αυτή συμπορεύονται και δυνάμεις από το χώρο τη εκσυγχρονιστικής πτέρυγας της ΝΔ, γεγονός που δικαιολογεί την πολιτική συνεργασία στη διαχείριση της κρίσης.

Αντιθετική αναπαραγωγή του συστήματος ιεραρχικών διατάξεων

Οι δυνάμεις της αντιθετικής αναπαραγωγής καταλήγουν να υποστηρίζουν το σύστημα των ιεραρχικών διατάξεων έμμεσα, με την υποστήριξη κάθε οικονομίστικου και λαϊκιστικού αιτήματος των «εξουσιαζόμενων» του συστήματος, παρά το γεγονός ότι η ικανοποίηση αυτών των αιτημάτων περνάει μέσα από πελατειακές πολιτικές σχέσεις που τροφοδοτούν οι ίδιες οι ιεραρχικές επιχειρηματικές διατάξεις και οι «εξουσιάζοντες». Ακουσίως ή εκουσίως, παραβλέπουν ότι όταν η λεγόμενη «κοινωνική ανταπόδοση» κινείται ανεξάρτητα ή προηγείται της αλλαγής των δομών του συστήματος, ουσιαστικά αναπαράγονται οι δομές του υφιστάμενου συστήματος ιεραρχικών επιχειρηματικών διατάξεων. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται δυνάμεις της λαϊκιστικής κεντροαριστεράς του ΠΑΣΟΚ και της ριζοσπαστικής αριστεράς του ΣΥΡΙΖΑ που εκτονώνουν τις κοινωνικές πιέσεις για πολιτική αλλαγή στην μεταρρύθμιση του επιφαινόμενου και όχι των δομών και των διαρθρώσεων του συστήματος.

Αλλαγή προτύπου από ιεραρχικών διατάξεων σε συναινετικό

Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται πολιτικές δυνάμεις του χώρου που διεκδικούν την αλλαγή προτύπου προς ένα σύστημα συναινετικό με ισχυρές δομές και κατοχυρώσεις για ελεύθερη επιχειρηματικότητα, ανταγωνιστικές και προσβάσιμες αγορές και πλήρη σεβασμό και στήριξη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας σε ένα πλαίσιο κοινωνικής δικαιοσύνης, ίσων ευκαιριών με ισχυρούς θεσμούς ρύθμισης και εποπτείας αλλά και διαλόγου και συνεννόησης. Η αλλαγή αυτή δεν μπορεί παρά να υποστηριχθεί με την αλλαγή των οικονομικών σχέσεων από ιεραρχικές σε ελεύθερες και ίσων ευκαιριών. Παράλληλα απαιτείται η αλλαγή των πολιτικών σχέσεων από πελατειακές σε ισότιμες μέσω θεσμικών κατοχυρώσεων της εξουσίας των πολιτών έναντι των επαγγελματιών της πολιτικής, των κομμάτων και των κομματικών μηχανισμών. Στο χώρο αυτό βρίσκονται η ΔΗΜΑΡ, συνιστώσες του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ομάδες στελεχών και οπαδών της ΕΛΙΑΣ και του ΠΟΤΑΜΙΟΥ.
ως επίλογος

Αυτή η διάταξη εναλλακτικών προοπτικών για τη χώρα αποτελεί τη βάση της πολυδιάσπασης της αριστεράς και της κεντροαριστεράς. Μια διάσπαση που γίνεται μεγαλύτερη σε εύρος και ποικιλία εάν λάβουμε υπόψη τις συνιστώσες που διεκδικούν ανατροπή του ίδιου του καθεστώτος της αστικής δημοκρατίας (συνιστώσες ΣΥΡΙΖΑ), ή ακόμα τις συνιστώσες των ακραίων φιλελεύθερων (ΔΡΑΣΗ, ΓΕΦΥΡΑ κλπ), που ο διπολισμός τις έχει ωθήσει στην πολιτισμική (και όχι πολιτική) ενότητα της κεντροαριστεράς.

Οι διαφορές δεν είναι χωρίς ουσία. Ασχέτως εάν κάποιοι τις υπηρετούν συνειδητά ή ασυνείδητα.

Ας μιλήσουμε με ειλικρίνεια. Με δεδομένο το καθεστώς της αστικής δημοκρατίας και των αξιακών πυλώνων της ελευθερίας, των ανοικτών αγορών και της ιδιωτικής ιδιοκτησίας επί των οποίων αυτό συγκροτείται, πρέπει να αποφασίσουμε για το σύστημα που θέλουμε ώστε να οικοδομήσουμε πάνω σε αυτό διαμορφώνοντας το σχηματισμό που θα υπηρετήσει τη δημοκρατία, την οικονομία, την κοινωνία και κυρίως, τον πολίτη και την ποιότητα της ζωής του.

Σύστημα ιεραρχικών επιχειρηματικών συμφερόντων, συναινετικό ή ακόμα ακόμα, φιλελεύθερο ;

Κυρίως όμως, ο κάθε ένας ξεχωριστά, οι κομματικές και πολιτικές συλλογικότητες και όλοι μαζί καλούμαστε να κατοχυρώσουμε την κυριαρχία της κοινωνίας των πολιτών και όχι των συμφερόντων, στην ίδια την διαδικασία λήψης των αποφάσεων. Ας μη κρυφτούμε (όχι άλλο), στο σύντομο χρόνο της ιστορίας για να αποφύγουμε τις ευθύνες που θα μας αποδώσει ο μακρύς χρόνος της ιστορίας.


[1] Στη βιβλιογραφία καταγράφεται και το δικτυακό σύστημα (πχ Ιαπωνία), όπου δίκτυα επιχειρήσεων και συλλογικών φορέων έχουν κυρίαρχο ρόλο (keiretsou).