Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Κοσμοιδιογλωσσία : Μετά τις εκλογές ( Μέρος 1)

 
 
 
 
Δεν υπάρχει μεγάλος νικητής, μονάχα μεγάλος ηττημένος

Δεν υπάρχει μεγάλος νικητής, υπάρχει όμως μεγάλος ηττημένος. Και ο μεγάλος ηττημένος είναι το πολιτικό σύστημα.

Ας αφήσουμε για λίγο στην άκρη τις εξωεθνικές ερμηνείες και θριαμβολογίες. Δεν χρειαζόμαστε εξωεθνική «βοήθεια» προκειμένου να ερμηνεύσουμε τι ζούμε. Οι ενδοεκλογικές αναφορές δεν αρκούν, χρειάζονται και εξωεκλογικές, δηλαδή ευρύτερα πολιτικές, προσεγγίσεις. Δεν αρκεί μια στενή αντίληψη περί πολιτικής -όπως η γερμανική- που συρρικνώνει την πολιτική. Και αυτό, γιατί πλέον, τα ποσοστά της αποχής είναι τεράστια (ακόμα και με την όψιμη ανακάλυψη του εκλογικού σώματος από ορισμένους) και από κάποια στιγμή και ύστερα η αποκλειστικά κοινοβουλευτική προσέγγιση καθίσταται παραπλανητική.

Στις εκλογές του 2007 η συμμετοχή κυμάνθηκε στο 74.15 %, σε αυτές του 2009 ήταν 70.95 %, στις δεύτερες εκλογές του 2012 το ποσοστό συμμετοχής μειώθηκε στο 65,12 % και σε αυτές του Ιανουαρίου του 2015 έφτασε το 63,62 %. Στις τωρινές εκλογές η συμμετοχή άγγιξε το ναδίρ, με το ποσοστό να διαμορφώνεται στο 56,57%. Δηλαδή, η αποχή κυμάνθηκε στο 43,43% (αποχή, λευκό και άκυρο άγγιξαν το 46%). Ακόμη και εάν δεχθούμε πως το μέγεθος του εκλογικού σώματος είναι μικρότερο από το επίσημο (*), μιλάμε για την μεγαλύτερη αποχή, όχι απλά της μεταπολιτευτικής περιόδου, αλλά ολόκληρης της μεταπολεμικής ιστορίας της χώρας (μονάχα με τις πρώτες εκλογές μετά τον πόλεμο με τη Γερμανία, το 1946, μπορεί να συγκριθεί). Πάνω από 1,5 εκατομμύριο άνθρωποι έχουν βρεθεί εκτός εκλογικής διαδικασίας από το 2007 έως σήμερα. Ενώ σε σχέση με τις εκλογές του 2004 ψήφισαν δύο (2) εκατομμύρια λιγότεροι!

Οι συγκρίσεις αυτού του τύπου είναι απαραίτητες προκειμένου να αποφευχθούν τρικ που προσπαθούν να υποβαθμίσουν το φαινόμενο της αποχής ή/και να το ανάγουν αποκλειστικά στο μέγεθος του εκλογικού σώματος. Η ιδιόμορφη «μέθοδος» που χρησιμοποιώ παρακάτω είναι κουραστική αλλά απαραίτητη.


(Αν)ύπαρκτός δικομματισμός

Στις τελευταίες εκλογές βρέθηκαν στις κάλπες λιγότεροι άνθρωποι από όσους ψήφισαν Ν.Δ και Πα.Σο.Κ το 2004. Σύνολο ψηφοφόρων όλων των κομμάτων τον Σεπτέμβριο του 2015: 5 εκατομμύρια 566 χιλιάδες - Σύνολο ψηφοφόρων Ν.Δ και Πα.Σο.Κ το 2004: 6 εκατομμύρια 362 χιλιάδες. Το 2004 βρέθηκαν στις κάλπες συνολικά 7 εκατομμύρια 573 χιλιάδες άνθρωποι. Τον Σεπτέμβριο του 2015, δύο (2) εκατομμύρια λιγότεροι!

Στις τελευταίες εκλογές Συ.Ριζ.Α και Ν.Δ, μαζί, συγκέντρωσαν ελάχιστα περισσότερους ψήφους από ότι η Ν.Δ μόνη της το 2004. Σύνολο ψηφοφόρων Συ.Ριζ.Α και Ν.Δ τον Σεπτέμβριο του 2015: 3 εκατομμύρια 452 χιλιάδες - Σύνολο ψηφοφόρων Ν.Δ το 2004: 3 εκατομμύρια 359 χιλιάδες (στις εκλογές του 2004, το Πα.Σο.Κ είχε συγκεντρώσει 3 εκατομμύρια ψήφους).

Σε χρονικό διάστημα μόλις επτά μηνών διακυβέρνησης, ο Συ.Ριζ.Α, απώλεσε περίπου 320 χιλιάδες ψήφους. Στο ίδιο χρονικό διάστημα η Ν.Δ, ως αξιωματική αντιπολίτευση, απώλεσε περίπου 192 χιλιάδες ψήφους. Συνολικά, Συ.Ριζ.Α και Ν.Δ απώλεσαν πάνω από μισό εκατομμύριο ψήφους μέσα σε επτά μήνες.

Σε μια από τις συζητήσεις που είχα αυτές τις μέρες είπα: «να δεις που θα φτάσουμε να ψηφίζουν 5,5 εκατομμύρια άνθρωποι και θα κάνουν σαν να μην συμβαίνει τίποτα». Και πράγματι, μόλις 5.566.295 άνθρωποι βρέθηκαν στις κάλπες. Δεν είναι δυνατόν ορισμένοι να κρύβονται πίσω από τους εκλογικούς καταλόγους (οι οποίοι σαφώς και πρέπει να εκκαθαριστούν). Τα μεγέθη προκαλούν ίλιγγο. Υπάρχει ένα ακόμη πολύ σημαντικό ζήτημα, το οποίο δεν θίγεται. Γνωρίζουμε πως από το 2007 έως σήμερα έχουν φύγει πάνω από 500 χιλιάδες άνθρωποι από τη χώρα - και ο αριθμός αυτός δίχως να έχουμε στοιχεία για το 2007, το 2009, το 2014 και το 2015. Πόσοι είμαστε; Πόσοι ψηφίζουμε; Η αποχώρηση και η μη ψήφος π.χ 700 χιλιάδων ατόμων αντιστοιχεί σε ποσοστό περίπου 13% (με βάση τα χθεσινά ποσοστά συμμετοχής). Τι συμβαίνει στη χωρά;

Όπως και εάν προσεγγίσουμε το ζήτημα, είτε από την πλευρά της αποχής είτε από την πλευρά της φυγής ανθρώπων, υπάρχει πρόβλημα. Η διαύγεια τους εκθέτει, η θολούρα τους συμφέρει.

Πόσοι είμαστε (με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου); Πόσοι -έχουμε δικαίωμα ψήφου και- δεν ψηφίζουμε; Πόσοι έχουμε φύγει; Πάνω από ένα εκατομμύριο άνεργοι, πάνω από πεντακόσιοι χιλιάδες άνθρωποι έχουν φύγει και -τουλάχιστον- δύο εκατομμύρια άνθρωποι δεν ψηφίζουν. Κράτος χαμαιτυπείο.

Έγραφα πριν λίγους μήνες:

Το κενό αντιπροσώπευσης και το χάσμα που χωρίζει μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας από το κομματοκρατικό, μηντιακό και κρατικοεπιχειρηματικό σύστημα, το επόμενο χρονικό διάστημα θα διευρυνθεί.

Στο εσωτερικό των κομματικών σχηματισμών και του πολιτικού συστήματος κυριαρχούν τα πλέον ωφελιμιστικά και εκφυλισμένα στοιχεία, ενώ στην περιφέρεια των κομμάτων και του πολιτικού συστήματος φυτοζωούν οι παραφυάδες του/ς. Όποιες πολιτικές, επιχειρηματικές, διανοητικές και γενικότερα κοινωνικές δυνάμεις έχουν απομείνει στη χώρα, από τις οποίες μπορεί κανείς να προσδοκά κάτι, βρίσκονται εξω-κρατικά και εξω-κομματικά. Εκτός αυτού του κλειστού συστήματος το οποίο συνεχώς ανακυκλώνεται, αλλάζοντας προβιές και δημιουργώντας δυσμορφίες, προκειμένου να αυτοσυντηρηθεί.


Η «αέναη» παρακμή της Ν.Δ

Ας δούμε την εξέλιξη των ποσοστών της Ν.Δ από το 2004 έως σήμερα:

2004: 45,36%

2007: 41.84%

2009: 33.47%

2012: 29,66%

2015: 27,81% (Ιαν)

2015: 28,10% (Σεπ)

Επειδή τα ποσοστά είναι παραπλανητικά -σε ότι αφορά τις τελευταίες εκλογές- ας δούμε και την εξέλιξη σε ψήφους:

2004: 3.359.682

2007: 2.994.979

2009: 2.295.719

2012: 1.825.637

2015: 1.718.694 (Ιαν)

2015: 1.526.205 (Σεπ)

Απώλειες εντός μιας δεκαετίας: Πάνω από 1 εκατομμύριο 800 χιλιάδες ψήφοι. Σε ποσοστιαία αποτύπωση η πτώση αντιστοιχεί περίπου σε 55%. Έχω γράψει δύο-τρία κείμενα για τη Ν.Δ. Βαριέμαι να ξαναγράφω. Μπορεί να επανέλθω στο επόμενο μέρος. Το κόμμα αυτό, όπως έχω γράψει κατ' επανάληψη, βρίσκεται σε ιστορική -και μη αναστρέψιμη- παρακμή. Και δεν πρόκειται να ανακάμψει. Είναι φανερό πως στο εσωτερικό του κόμματος αυτού, είτε δεν έχουν συνειδητοποιήσει τι συμβαίνει, είτε έχουν συνειδητοποιήσει και γίνεται προσπάθεια συγκάλυψης (γενικότερα κανόνας είναι τα περισσότερα κόμματα στην Ελλάδα να καταδικάζουν και να καθηλώνουν τους πολίτες -«τους»- σε διαρκή πολιτική, πνευματική και πολιτιστική υποβάθμιση, προκειμένου να αυτοσυντηρηθούν ως «παρατάξεις» μεταβάλλοντας τμήματα της κοινωνίας σε υποχείρια τους).

Παρατηρείστε πως η εκλογική δύναμη του Συ.Ριζ.Α βρίσκεται στα ίδια περίπου επίπεδα με την εκλογική δύναμη που είχε η Ν.Δ στις εκλογές του 2012 (100 χιλιάδες ψήφοι παραπάνω). Η εκλογική δύναμη της συγκυβέρνησης Συ.Ριζ.Α και Αν.Ελ τον Σεπτέμβριο του 2015 είναι μικρότερη από την εκλογική δύναμη της Ν.Δ ως αξιωματικής αντιπολίτευσης το 2009 (Συ.Ριζ.Α και Αν.Ελ το 2015: 2.126.327 - Ν.Δ το 2009: 2.295.719).


Χαμένοι-Ηττημένοι

Απώλειες ψήφων κατά προσέγγιση σε σχέση με τις εκλογές του Ιανουαρίου: 1ος χαμένος: Συ.Ριζ.Α με 320 χιλιάδες. 2ος χαμένος: Ν.Δ με 192 χιλιάδες. 3ος χαμένος: Το Ποτάμι με 151 χιλιάδες. 4ος χαμένος: Αν.Ελ με 93 χιλιάδες. 5ος χαμένος: Κ.Κ.Ε με 37 χιλιάδες. 6ος χαμένος: Χ.Α με 9 χιλιάδες.

Συνολικές απώλειες κοινοβουλευτικών κομμάτων: Οκτακόσιες (800) χιλιάδες ψηφοφόροι μέσα σε μόλις επτά μήνες. Το κομματικό σύστημα φυλλορροεί. Αυτή η εξωεκλογική και εξωκοινοβουλευτική κίνηση μπορεί να χρωματιστεί είτε αισιόδοξα είτε απαισιόδοξα.

Εάν συνυπολογιστεί το Κι.Δη.Σο μαζί με το Πα.Σο.Κ και την Δημ.Αρ (με βάση το «αίμα νερό δεν γίνεται») τότε η δύναμη τους μειώθηκε κατά 130 χιλιάδες ψήφους, δηλαδή το «αίμα νερώθηκε». Εάν δεν υπολογίσουμε το Κι.Δη.Σο, τότε το Πα.Σο.Κ και η Δημ. Αρ αύξησαν κατά 22 χιλιάδες τη δύναμη τους ενώ η Ένωση Κεντρώων κατά 75 χιλιάδες ψήφους σε σχέση με τις εκλογές του Ιανουαρίου.

Σε ότι αφορά τα περί «νέου», επειδή ορισμένοι ασχολούμαστε από αρκετά νωρίς με το ζήτημα «νέο και παλαιό», η απάντηση υπάρχει ήδη και την έχω δώσει μόλις ένα μήνα μετά τις προηγούμενες εκλογές (18/2/2015):

Ορισμένοι ασυμβίβαστοι δεν έχουν αντιληφθεί πως ο ίδιος ο Συ.Ριζ.Α είναι συμβιβασμός για την ελληνική κοινωνία. Ο συμβιβασμός ξεκίνησε με την ελληνική κοινωνία να αποζητά απεγνωσμένα την ανάδυση κάποιου νέου πολιτικού φορέα-υποκειμένου-κίνησης-ρεύματος, κάτι τέλος πάντων, προκειμένου να προσανατολιστεί προς αυτή την κατεύθυνση και να απεγκλωβιστεί από το πολιτικό σύστημα της μεταπολίτευσης. Η μη ανάδυση ή ύπαρξη αυτού του «πράγματος», η μη ριζική ανανέωση του πολιτικού συστήματος, σε ουσία, λειτουργία και όχι στο φαίνεσθαι, και τα αδιέξοδα στα οποία μας εγκλωβισε, οδήγησαν σε δημιουργία ή/και αυτονόμησή καρκινωμάτων και ώθησαν σε συμβιβασμούς. Η επιλογή του Συ.Ριζ.Α από μεγάλο μέρος της ελληνικής κοινωνίας και η επιλογή του συγκεκριμένου προσώπου για την Προεδρία της Δημοκρατίας, δεν είναι παρά η συνέχεια αυτής της κατάστασης. Της μη ύπαρξης, της μη ανάδυσης ενός νέου, δυναμικού και ρηξικέλευθου ρεύματος. Ο ίδιος ο Συ.Ριζ.Α είναι ένας συμβιβασμός για την ελληνική κοινωνία. Αυτό δεν έχουν καταλάβει. Δεν είναι το νέο, ποτέ δεν ήταν. Η αξία του έγκειται στο ότι θα μπορούσε να γίνει το όχημα για κάτι νέο.


Σάπισμα και κρίση κομμάτων-πολιτικού συστήματος
και αδιέξοδα της «ελληνικής δημοκρατίας»

Αυτά τα κόμματα τερατουργήματα-μηχανισμοί διασώθηκαν λόγω συγκεκριμένων συνθηκών και παραγόντων. Μετανάστευση, συμφέροντα που διαπλέκονται, κομματισμός των πάντων, μηντιακό παρακράτος. Ένας ακόμη παράγοντας ήταν η δημόσια χρηματοδότηση ή η κρατική «υποτροφία» τους, η οποία τα μετέβαλε σε οργανικούς τομείς του κράτους. Δίχως χρηματοδότηση και δίχως την πρόσβαση στο μηντιακό τοπίο, πιθανοί νέοι σχηματισμοί μπορούν να εξαϋλωθούν ή να ξεμείνουν από υλικοπνευματικά «καύσιμα» (χρήμα και ιδέες). Δεν υπάρχει πρόσβαση και συμμετοχή στο δημόσιο διάλογο. Η δημοκρατία εκφυλίζεται σε δημοσκοποκρατία (δεν αναφέρομαι σε κίνητρα εταιρειών αλλά σε κάτι πολύ πιο απλό και απτό: με βάση έρευνες ερμηνεύονται αποτελέσματα και θέτονται πολιτικές ατζέντες - χαρακτηριστική περίπτωση η διαφωνία δημοσιογράφου και πολιτικού ως προς το ποιο ήταν το διακύβευμα των εκλογών). Ερμηνείες που μεταφέρουν τη θέληση ομάδων και λόμπι ηγεμονεύουν στο δημόσιο λόγο, χειραγώγηση και αλλοίωση βουλήσεων και ταυτοτήτων. Εξωθεσμικός και εξωπολιτικός ετεροκαθορισμός των κομμάτων.

Η μη ανανέωση των κομμάτων στο εσωτερικό τους οδηγεί σε έναν φαύλο κύκλο ο οποίος έχει σαν αποτέλεσμα το σάπισμα τους. Μηχανισμοί αυτοελέγχου και αυτοκάθαρσης δεν υπάρχουν στο εσωτερικό τους, ενώ η ατιμωρησία στο εξωτερικό τους, δηλαδή στο πολιτικό σύστημα, κυριαρχεί. Το σάπισμα και μπλοκάρισμα τους μετασχηματίστηκε σε σάπισμα του πολιτικού συστήματος και μπλοκάρισμα της δημοκρατίας (το φαινόμενο αυτό είναι οφθαλμοφανές και πασιφανές στη «δεξιά» ως παράταξη. Κύριος παράγοντας ανεπάρκειας, καθυστέρησης, βαθιάς αντιδραστικότητας, δυσμορφίας και καθήλωσης της οποίας είναι το κόμμα της Ν.Δ. Εννοείται πως, εφόσον αναφερόμαστε σε κοινοβουλευτικά πλαίσια, δημιουργείται ανισορροπία σε ολόκληρο το πολιτικό φάσμα).

Κόμματα τέτοιας υφής και ποιότητας (και δεν εξαιρώ τον Συ.Ριζ.Α - θα αναφερθώ στη σχέση Τσίπρα-Συ.Ριζ.Α αν και είναι φανερό τι συμβαίνει) είναι πιο ευάλωτα σε εκβιασμούς και πιέσεις εξωθεσμικών παραγόντων και σε εθνικές, οικονομικές ή άλλες παραχωρήσεις προς εξωεθνικούς φορείς. Είναι περισσότερο αρεστά και αποδεκτά. Ο έλεγχος -δηλαδή το μπλοκάρισμα- των διαδικασιών ανανέωσης τόσο στο εσωτερικό των κόμματων αλλά κυρίως του πολιτικού συστήματος (δημιουργία νέων κομμάτων) οδήγησε σταδιακά στη γιγάντωση του πλέγματος: Κανένας, λευκό, άκυρο, όχι (στο κομματικό σύστημα πλέον), αποχή. Η αρνητική ψήφος, η ψήφος διαμαρτυρίας, όλα αυτά, έχουν ιστορία πίσω τους και φανερώνουν την κρίση εμπιστοσύνης στους θεσμούς του κράτους, στη διακυβέρνηση, τα αδιέξοδα, τα μπλοκαρίσματα και τα κενά της «ελληνικής δημοκρατίας» ως «συστήματος».

Κάποιος εξαιρετικά αισιόδοξος μπορεί να ερμηνεύσει την αποχή ως κάθαρση από -και μη νομιμοποίηση και μη συγκατάθεση σε- αυτό το δύσοσμο και ηθικά εκφυλισμένο τοπίο (αισιόδοξη προσέγγιση). Ο πανικός με την αποχή φάνηκε στις ευρωεκλογές του 2009 όταν και έγινε προσπάθεια ποινικοποίησης της (δεν έχουμε όλοι κοντή μνήμη). Η προσπάθεια σχετικοποίησης της αποχής και υποβάθμισης της κρίσης εμπιστοσύνης στα κόμματα και τους θεσμούς, είναι ο προθάλαμος ενός μετασχηματισμού: πολιτική γκετοποίηση-λουμπενοποίηση, στρέβλωση διακυβέρνησης εθνικών πολιτικών συστημάτων, εξωπολιτικές πιέσεις, εξωθεσμικός ετεροκαθορισμός και εξάρτηση των κομμάτων, αποσύνδεση από μεγάλο μέρος της κοινωνίας και στεγανοποίηση, πολιτικός, κοινωνικός και οικονομικός αποκλεισμός. Η χυδαιότητα αυτές τις μέρες φόρεσε «προοδευτικό» προσωπείο.


Επίλογος

Ένα πολύ μεγάλο τμήμα της ελληνικής κοινωνίας -μεγαλύτερο από το μέγεθος του πρώτου κόμματος- θεωρεί πως η σημερινή κατάσταση δεν είναι αντιμετωπίσιμη, είτε με κοινοβουλευτικό τρόπο γενικά (απαισιόδοξη ερμηνεία), είτε με την παρούσα κοινοβουλευτική σύνθεση ειδικά (αισιόδοξη ερμηνεία). Εάν αγνοηθεί αυτό το φαινόμενο, μέρος του τμήματος της κοινωνίας που βρίσκεται εκτός εκλογικής διαδικασίας, ενδέχεται να αποκτήσει αντικοινοβουλευτικά αντανακλαστικά-χαρακτηριστικά (δεν τα διαθέτει, διαφορετικά θα ψήφιζε Χ.Α). Αυτό είναι το δυσάρεστο σενάριο, υπάρχει όμως και το ευχάριστο. Ενδέχεται να αναπτύσσεται ένα είδος υπευθυνοποίησης, η οποία απορρίπτει, όχι μονάχα με πολιτικά αλλά και με ηθικά κριτήρια την ιδεολογία της ανοχής, η οποία σε επίπεδο ψήφου εκφράζεται με την ψευδορθολογιστική νοοτροπία περί του «μικρότερου κακού», και η οποία σαφώς και δεν έχει τέλος ή πάτο. Οδηγεί ολοένα και βαθύτερα σε μεταλλάξεις, κυνισμούς και εκφυλισμούς.

Κανένας, λευκό, άκυρο, όχι (στο κομματικό σύστημα πλέον), αποχή. Αποξένωση όλο και μεγαλύτερου μέρους του κοινωνικού σώματος από την πολιτική. Κρίση νομιμοποίησης, ανυπαρξία συναίνεσης, κενό αντιπροσώπευσης. Τα προηγούμενα σε συνδυασμό με την αλλοίωση βουλήσεων και ταυτοτήτων και την παράλληλη στεγανοποίηση του πολιτικού συστήματος απέναντι στην ελληνική κοινωνία οδηγούν σε μια ιδιότυπη πολιτική γκετοποίηση μεγάλου μέρους της (όχι μονάχα του μέρους αυτού που βρίσκεται εκτός εκλογικής διαδικασίας). Αυτός είναι ένας από τους λόγους που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτός ο παλμός των εξελίξεων. Χάνεται η επαφή, άρα και το αισθητήριο.

Ουσιαστικά, αυτή η εξωκοινοβουλευτική αρχικά και εξωεκλογική μετέπειτα, κίνηση διαρκείας, είναι μια προσπάθεια απεγκλωβισμού από το υπάρχον πολιτικό σύστημα.


Ολοκλήρωση α´ μέρους.


-----
(*) Δημοσκοπική εταιρεία -υποτίθεται πως- έχει εκτιμήσει το πραγματικό μέγεθος του εκλογικού σώματος, το οποίο υπολογίζεται κάτω από 8,5 και πάνω από 8 εκατομμύρια. Ακόμα και εάν δεχθούμε αυτόν τον υπολογισμό όμως, η αποχή ξεπερνά κατά πολύ το πρώτο κόμμα. Το 2004 ως ορόσημο έχει τη σημασία του γιατί η εκλογική συμμετοχή -κατά την δημοσκοπική εταιρεία- προσέγγισε το μέγιστό της (93,4% με 7.575.190 ψηφίσαντες), ενώ η αποχή το ελάχιστο της, με 6,6%. Δηλαδή το πραγματικό εκλογικό σώμα υπολογίζεται περίπου στα 8 εκατομμύρια 100 χιλιάδες ανθρώπους. Ακόμα όμως και εάν δεχθούμε αυτούς τους αριθμούς μπορούμε να παρατηρήσουμε τα εξής: 1oν) η αποχή στις τελευταίες εκλογές ξεπέρασε το 30%, 2oν) ξεπέρασε κατά πολύ το πρώτο κόμμα σε καθαρούς αριθμούς και 3ον) πάνω από δύο (2) με δυόμισι (2,5) εκατομμύρια άνθρωποι -υπαρκτοί ψηφοφόροι- βρίσκονται εκτός εκλογικής διαδικασίας. Το ποσοστό του Συ.Ριζ.Α με βάση αυτά τα δεδομένα κυμάνθηκε κάτω από το 25%.

Ολοκληρώνοντας. Στις εκλογές συμμετείχαν περίπου 5,5 εκατομμύρια άνθρωποι. Τα κόμματα που βρίσκονται εντός βουλής ψηφίστηκαν από 5 εκατομμύρια πολίτες. Mε βάση τα στοιχεία της eurostat το 2011 ο πληθυσμός της Ελλάδας ήταν 11.123.392. Με βάση τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, ο Νόμιμος Πληθυσμός της Απογραφής του 2011 ήταν 9.904.286 ενώ ο Μόνιμος Πληθυσμός ήταν 10.816.286.

Περισσότερα κείμενα για το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό.

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Σε ποιά κατάσταση ήταν η Ελληνική οικονομία το 2015;

 
 
 
Καθώς μια νέα πρόταση συμφωνίας με τους "εταίρους" προσδιορίζεται από την σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών υπό την ηγεμονία του Αλέξη Τσίπρα, τίθεται το ερώτημα ποιος είναι άραγε ο γενικός προσανατολισμός της υπό κατασκευή πρότασης. Για να απαντηθεί δε αυτό το ερώτημα, προηγείται ένα άλλο: Ποιο είναι το επίδικο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης; Είναι μήπως κάποιο επίδικο εθνικολαϊκού ενδιαφέροντος που γίνεται -ή μπορεί να γίνει- αποδεκτό από νικητές και ηττημένους του δημοψηφίσματος;
Προς την ολοκλήρωση της δημιουργικής καταστροφής του κεφαλαίου
Η μνημονιακή πολιτική της πενταετίας 2010-2014 οδήγησε σε φθίνουσα συσσώρευση κεφαλαίου (δηλαδή σε συρρίκνωση του παραγωγικού συστήματος) βύθισε την οικονομία σε παρατεταμένη ύφεση που εκμηδένισε την διαπραγματευτική ισχύ των μισθωτών, αποδυνάμωσε τις συνδικαλιστικές τους οργανώσεις, και κατακρήμνισε τους μισθούς. Αυτή η παρατεταμένη διαδικασία απόκτησε με τον καιρό λειτουργίες οικονομικού δαρβινισμού, επέβαλε την λογική της εκκαθάρισης των μη ανταγωνιστικών ή λιγότερο ανταγωνιστικών κεφαλαίων και των μη ανταγωνιστικών εργαζόμενων ώστε η οικονομία, αν και συρρικνωμένη, να βρει, τελικά, έναν καινούργιο δρόμο αύξησης της παραγωγής και των κερδών μέσω μιας διαδικασίας "δημιουργικής καταστροφής". Πρόκειται για διαδικασία εγγενή στον καπιταλισμό, που προκειμένου να βγει από τις μεγάλες δομικές κρίσεις του, κάθε φορά κανιβαλίζει τις πιο αδύναμες επιχειρήσεις, καταβροχθίζει τους πιο αδύναμους ανθρώπους, απαλλοτριώνει πλούτο και περιουσίες, επιβάλλει στις παραγωγικές εργαζόμενες τάξεις την επισφάλεια ή την ανεργία και στα μεσαία στρώματα τον λιτό βίο ή την προλεταριοποίηση.
Στην περίπτωσή μας, από το δεύτερο τρίμηνο του 2014, ήταν ήδη ορατό στα στατιστικά στοιχεία ότι η εκκαθάριση των πιο αδύναμων κεφαλαίων και η συρρίκνωση του παραγωγικού δυναμικού του 2014 επιβραδυνόταν σηματοδοτώντας ότι είχαμε εισέλθει στην φάση ολοκλήρωσης της "δημιουργικής καταστροφής". Οι δυνάμεις της αστικής τάξης βρίσκονταν πλέον αρκετά κοντά στην οριστική μορφοποίηση, θεσμική κατοχύρωση και παγίωση ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου με τα βάρβαρα χαρακτηριστικά που κατοχύρωσε η μνημονιακή πολιτική. Κατά το δεύτερο εξάμηνο του 2014, εμφανίστηκαν κάποιες επιπλέον ενδείξεις ότι η πορεία προς την ολοκλήρωση της "δημιουργικής καταστροφής" συνεχιζόταν: το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό μειώθηκε και ο αριθμός των μισθωτών αυξήθηκε στον επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας (σε μεγάλο βαθμό με την μορφή της μερικής απασχόλησης).
Η εγκατάσταση ενός μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου
H συνολική εικόνα της ελληνικής οικονομίας κατά το πρώτο τρίμηνο του 2015, όπως αυτή προκύπτει από τα στοιχεία των Εθνικών Λογαριασμών, δεν είναι η εικόνα μιας οικονομίας που βυθίζεται στην ύφεση, όπως συνήθως ακούγεται, αλλά η εικόνα μιας οικονομίας σε βραχυπρόθεσμη στασιμότητα. Το πρώτο τρίμηνο του 2015 συγκροτεί, μαζί με το τρίτο και το τέταρτο τρίμηνα του 2014, μεταβατική περίοδο μεταξύ ύφεσης και ανάκαμψης. Είναι το αποτέλεσμα της εσωτερικής δυναμικής του κεφαλαίου που αναδύεται κάθε φορά από τις δομικές κρίσεις του ανανεωμένο χάρη στις καταστροφές και τις ανθρωποθυσίες που επέβαλε, έχοντας ξαναφτιάξει την οικονομία και την κοινωνία στα μέτρα του, έχοντας εγκαθιδρύσει ένα νέο καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου που θα μπορούσαμε να αποκαλούμε, έστω προσωρινά έως μπορέσουμε να το ορίσουμε ακριβέστερα, μνημονιακό καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου.
Ο ελληνικός καπιταλισμός βρίσκεται λοιπόν σήμερα, χάρη στην "φυσική επιλογή" των ανθεκτικότερων κεφαλαίων που πραγματοποιήθηκε στη διάρκεια της βαθιάς ύφεσης, με μικρότερο μεν παραγωγικό σύστημα αλλά με ισχυρότερες επιχειρήσεις. Η συνολική ζήτηση είναι εξαιρετικά μειωμένη, αλλά όχι τόσο μειωμένη για κάθε μια επιχείρηση ξεχωριστά αφού τώρα οι ισχυρότερες επιχειρήσεις που επέζησαν καταβρόχθισαν την ζήτηση των ανταγωνιστών τους που υπέκυψαν στην κρίση. Οι δυνάμεις της εργασίας έχουν αποδυναμωθεί εξαιτίας της ανεργίας και των νομοθετικών παρεμβάσεων στην αγορά εργασίας οι οποίες κατάργησαν τους θεσμούς προστασίας της εργασίας. Το μέσο περιθώριο κέρδους είναι πολύ υψηλό σε σύγκριση με την περίοδο πριν το δεύτερο μνημόνιο και η αμοιβή εργασίας είναι πια εξαιρετικά χαμηλή. Οι μνημονιακές αλλαγές έχουν συγκροτήσει ήδη το περίγραμμα ενός νέου καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου και η διαδικασία συγκέντρωσης των συνθηκών για την οριστική μετάβαση σε μια νέα περίοδο συσσώρευσης κεφαλαίου, φαίνεται ότι φτάνει στην ολοκλήρωσή της. Ο ελληνικός καπιταλισμός δείχνει να διαθέτει έναν δυναμισμό που θα του επέτρεπε να αναπτυχθεί με χαμηλούς ρυθμούς κατά το υπόλοιπο 2015 και με επιτάχυνση κατά τα επόμενα έτη εάν δεν υπάρξουν καταστροφικοί εξωγενείς παράγοντες.
Το καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου είναι το επίδικο αντικείμενο της διαπραγμάτευσης
Η διαπραγμάτευση αφορά σε ένα κρίσιμο ζήτημα: Εάν θα διατηρηθεί το νέο καθεστώς συσσώρευσης που εγκαθίσταται στην Ελλάδα και ήδη βρίσκεται κοντά στην ολοκλήρωσή του έτοιμο να κάνει το άλμα προς τα εμπρός ή εάν θα ανατραπεί. Εάν θα θιγεί στην καρδιά του, που ορίζεται από την βασική αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας στην παραγωγή (όροι πώλησης και κατανάλωσης της εργασιακής δύναμης, δεσποτισμός του κεφαλαίου, εργατικός έλεγχος, σχέσεις ιδιοκτησίας), στην πρωτογενή αναδιανομή του εισοδήματος (διαμόρφωση αμοιβών εργασίας στην αγορά εργασίας) και στην δευτερογενή αναδιανομή (κοινωνικό κράτος, συντάξεις, κοινωνικές δαπάνες), ή εάν θα διατηρηθεί με κάποιες βελτιώσεις που θα έχουν "φιλολαϊκό" πρόσημο. Η επιμονή των δανειστών στις συντάξεις και τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της αγοράς εργασίας αφορά ακριβώς αυτό το επίδικο αντικείμενο: το μνημονιακό καθεστώς συσσώρευσης κεφαλαίου.
Φαίνεται, όμως, ότι αυτά συμβαίνουν εν αγνοία της ηγετικής ομάδας του Σύριζα. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε ότι συγκάλεσε σήμερα σε κοινή σύσκεψη τους μνημονιακούς για να συμφωνήσουν από κοινού στην ελληνική πρόταση; Η πρόταση δεν μπορεί να είναι "ελληνική" όσο και εάν για νομικούς όρους θα πρέπει να ενδυθεί τον μανδύα του εθνικού. Θα πρέπει να στοχεύει στην αποδόμηση του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου που βρίσκεται ήδη στα τελευταία βήματα της συγκρότησής του. Πώς μπορεί, όμως, να γίνει αυτό σε συμφωνία με τις μνημονιακές δυνάμεις που επιζητούν, εκείνες με ταξική συνέπεια, τη διατήρηση και την εμπέδωση του μνημονιακού καθεστώτος συσσώρευσης κεφαλαίου -που είναι επίσης καθεστώς εκμετάλλευσης της εργασίας;

Τρίτη 30 Ιουνίου 2015

Βεργόπουλος, Ρομπόλης, Μελάς ζητούν από τον Τσίπρα να επιστρέψει στις διαπραγματεύσεις και να εγκαταλείψει το δημοψήφισμα

 
 
 
 
 
Προς Πρωθυπουργό                                                                                 Αθήνα 30.06.2015
κ. Α. Τσίπρα                                                                                            
Αξιότιμε κ. Πρωθυπουργέ,
Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψη τους λόγους που σας οδήγησαν στην διακοπή των διαπραγματεύσεων, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι με τις εκβιαστικές ενέργειες τους οι δανειστές στοχεύουν στην δημιουργία <<ασύμμετρων σχέσεων εξάρτησης>> με την χώρα μας. Όμως ακόμα και στις συνθήκες αυτές που ο συσχετισμός των δυνάμεων είναι σε βάρος της ελληνικής κυβέρνησης, θεωρούμε ότι το βραχυπρόθεσμο και μεσομακροπρόθεσμο συμφέρον της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας δεν συμπίπτει με την επιλογή της διακοπής των διαπραγματεύσεων, γιατί αντικειμενικά περιορίζει τη δυνατότητα κατάθεσης και διαπραγμάτευσης εναλλακτικών και έντιμων λύσεων με τις λιγότερες συνέπειες για τη χώρα μας και το λαό μας.
Για τους λόγους αυτούς, σας καλούμε με πολιτική γενναιότητα και εντιμότητα, που άλλωστε σας διακρίνει, να αναλάβετε πρωτοβουλία επανέναρξης των διαπραγματεύσεων και επανεξέτασης του δημοψηφίσματος της Κυριακής 05.07.2015, το οποίο εκτιμούμε ότι, εξ αντικειμένου, δεν μπορεί να δώσει βιώσιμη λύση στο αδιέξοδο. 
Με τιμή,
Κώστας Βεργόπουλος
Κώστας Μελάς
Σάββας Ρομπόλης»


Πηγή: | iefimerida.gr http://www.iefimerida.gr/news/214651/vergopoylos-rompolis-melas-zitoyn-apo-ton-tsipra-na-epistrepsei-stis-diapragmateyseis#ixzz3eZBMAsDQ

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Θα υπάρξει συμφωνία, όχι όμως και λύση






Πηγή : Η καλύβα ψηλά στο βουνό


Αυτό δείχνουν όλα τα «σημάδια», αν και κανείς δε μπορεί να αποκλείσει εντελώς την πιθανότητα να συμβεί το «ατύχημα» την τελευταία στιγμή, γιατί η  πολιτική βουλιμία του Σόυμπλε (των Γερμανών, δηλαδή) δεν έχει όρια, καθώς αποτελεί τη δική τους άμυνα απέναντι σ’ αυτούς που τους φωνάζουν ή τους ψιθυρίζουν «κάνατε λάθος και η εμμονή στο λάθος αυτό είναι ακόμα χειρότερο λάθος»!
Θα έχουμε λοιπόν μια άθλια συμφωνία, χωρίς λύση στο πρόβλημα. Ακριβώς όπως σχεδιάστηκε η «διάσωση» της Ελλάδας εξαρχής. Η ελληνική κυβέρνηση και ο ελληνικός λαός θα αναγκαστούν να το καταπιούν, αφού εξάντλησαν όλα τα περιθώρια, με δεδομένο ότι η ρήξη θα σήμαινε χρεοκοπία και η χρεοκοπία πραγματική ανθρώπινη και οικονομική εκατόμβη. Διαφυλάσσοντας την πιθανότητα επανόδου (σε προτάσεις πραγματικής λύσης) σε μια πιο ευνοϊκή πολιτικά συγκυρία, δηλαδή όταν η Γερμανία θ’ αρχίσει να εισπράττει τους καρπούς της αφροσύνης και του φαταουλισμού της από άλλα σημεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Δεν θα υπάρξει λύση τώρα, αλλά η ζωή θα συνεχιστεί. Πάντα η ζωή συνεχίζεται, με ανατροπές. Μη ξεχνάμε, για παράδειγμα, ότι μετά το 1897 ακολούθησε το 1913. Όχι από μόνο του, αλλά επειδή κάποιοι μέσα στην Ελλάδα έκαναν αυτό που έπρεπε να κάνουν, με έμπνευση αλλά και σοβαρότητα.

Δευτέρα 11 Μαΐου 2015

Χ.Χατζηιωσήφ:Εντιμος πολιτικός αναγκαίος συμβιβασμός

Πηγή Ενθέματα Αυγή


Έντιμος, πολιτικός, αναγκαίος συμβιβασμός. 

Η διολίσθηση του χαρακτηρισμού του επιδιωκόμενου στόχου στον λόγο της κυβέρνησης και τους τίτλους του ελληνικού Τύπου εκφράζει τη μετάπτωση της συλλογικής ψυχολογίας από την αποφασιστικότητα στην αβεβαιότητα και από την αβεβαιότητα στην παραίτηση. Πάνω από τρεις μήνες παρακολουθούμε μια παράσταση που την αποκαλούν «διαπραγμάτευση» ανάμεσα στην ελληνική κυβέρνηση και τους δανειστές της και η οποία δεν έχει προηγούμενο στην ιστορία των διεθνών σχέσεων. Η πρωτοτυπία της έγκειται σε δύο στοιχεία. Πρώτον, εκτυλίσσεται ταυτόχρονα στις κλειστές συνεδριάσεις των διαπραγματευτικών ομάδων και στα ΜΜΕ, τα οποία δεν αναπαράγουν απλώς τις ειδήσεις αλλά χρησιμοποιούνται από πολλές πλευρές, σε πρωτόγνωρο βαθμό, για να παρέμβουν στις διαπραγματεύσεις. Δεύτερον, για πρώτη φορά στην ιστορία της ευρωπαϊκής διπλωματίας η γλώσσα είναι τόσο λίγο διπλωματική. Οι ανοικτοί εκβιασμοί, οι ύβρεις, ο ακραίος εθνικισμός και οι ρατσιστικές προσβολές είναι στην ημερήσια διάταξη όχι μόνο στα ΜΜΕ, αλλά και –από ό,τι διαρρέει– και μέσα στις αίθουσες των συνεδριάσεων. Ο αρχικά επιδιωκόμενος «έντιμος συμβιβασμός» δεν μπορούσε ποτέ να υπάρξει, γιατί προϋπέθετε έντιμη διαπραγμάτευση. Και κάτι τέτοιο δεν υπήρξε σε καμία φάση.
Παναγιώτης Τέτσης, «Στη Λαϊκή Αγορά», 1977
ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΤΕΤΣΗΣ, «ΣΤΗ ΛΑΙΚΗ ΑΓΟΡΑ», 1977
Ο παρατηρητής που δεν διαθέτει έγκυρη πληροφόρηση και δεν θέλει να συστοιχηθεί με όσους φωνασκούν ζητώντας άμεση αποδοχή των όρων των δανειστών, αλλά ούτε συμμερίζεται την αισιοδοξία των λιγοστών ΜΜΕ που υποστηρίζουν την κυβέρνηση, βρίσκεται σε μεγάλη αμηχανία προκειμένου να εκφράσει άποψη. Σε κάθε περίπτωση ωστόσο, έχουν γίνει εμφανείς κάποιες καταστάσεις και κάποιοι συσχετισμοί, που πρέπει να συνειδητοποιήσουμε προκειμένου να κατανοήσουμε αφενός το τι συνέβη και αφετέρου το πώς διαγράφεται η επόμενη μέρα της ελληνικής πραγματικότητας μέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Έχει γίνει εντελώς σαφές ότι το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης –είτε υπάρξει συμφωνία είτε επέλθει ρήξη– θα απέχει πολύ από τους αρχικούς στόχους της ελληνικής κυβέρνησης. Η πολιτική ευθύνη για αυτήν τη διαγραφόμενη αποτυχία ανήκει στην κυβέρνηση. Δεν οφείλεται όμως τόσο σε λάθη διαπραγματευτικής τακτικής, αλλά στη γενικότερη φιλοσοφία της προσέγγισης που υιοθέτησε και στους βαθύτερους κοινωνικούς λόγους που της την υπαγόρευσαν.
Θεωρώ ότι οι αρχικές θέσεις της κυβέρνησης ήταν ορθές και η στάση της έντιμη. Η κυβέρνηση υποστήριζε ότι η πολιτική που είχε επιβληθεί από τους δανειστές στηρίχτηκε σε λανθασμένους υπολογισμούς και η εφαρμογή της είχε τα αντίθετα αποτελέσματα από αυτά που διακήρυσσαν ότι επιθυμούσαν οι εμπνευστές της. Σε αυτό συμφωνούσαν ο επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, ανεξάρτητοι εμπειρογνώμονες σε όλο τον κόσμο και, στις παραμονές των εκλογών, το σύνολο των ελληνικών πολιτικών κομμάτων. Οι πρώτες κινήσεις της κυβέρνησης ήταν να πείσει τους δανειστές να συμφωνήσουν σε μια λύση που θα ελάφρυνε το ελληνικό χρέος με μία μέθοδο που δεν θα τους υποχρέωνε να καταγράψουν λογιστικές απώλειες, όπως θα γινόταν στην περίπτωση ενός κλασικού κουρέματος. Οι πρώτες προτάσεις Βαρουφάκη για τη μετατροπή των ομολόγων σε χρέος εις το διηνεκές και σε χρέος με αναπτυξιακή ρήτρα αυτό το νόημα είχαν. Πάνω εκεί θα μπορούσε να είχε γίνει η διαπραγμάτευση για τη συγκεκριμένη μορφή της λύσης, ώστε τα δύο μέρη να καταλήξουν σε έναν «έντιμο συμβιβασμό». Οι προτάσεις αυτές έδεναν με την ανοικτή επιστολή Τσίπρα στην εφημερίδα Handelsblatt, όπου διαβεβαίωνε ότι η νέα κυβέρνηση δεν ζητούσε επιπλέον δάνεια, αλλά ζητούσε να της παρασχεθεί η ευχέρεια να αναπτύξει την οικονομία, προκειμένου να εκπληρώσει ευκολότερα τις υποχρεώσεις της προς τους δανειστές και να αναστρέψει τη διαδικασία εξαθλίωσης της ελληνικής κοινωνίας.
Οι απόψεις των δανειστών δεν είναι αποτέλεσμα ιδεοληψίας
Το λάθος αυτής της προσέγγισης συνίστατο στο ότι οι απόψεις των δανειστών δεν απέρρεαν από εσφαλμένες θεωρίες και ιδεοληψίες, αλλά από συγκεκριμένη αντίληψη για τα δικά τους οικονομικά συμφέροντα. Η συζήτηση δεν εκτυλισσόταν σε ένα πανεπιστημιακό σεμινάριο, αλλά σε έναν κύκλο εκπροσώπων συγκεκριμένων οικονομικών συμφερόντων, μερικές φορές πολύ μερικών. Η νέα κυβέρνηση φαίνεται ότι είχε ελλιπή γνώση των στόχων των κύριων ευρωπαϊκών δυνάμεων, και ιδιαίτερα της Γερμανίας. Εκτίμησε επίσης λάθος τα περιθώρια ελιγμών που της έδιναν οι πραγματικές διαφορές ανάμεσα στις μεγάλες οικονομικές και πολιτικές δυνάμεις, ιδιαίτερα ανάμεσα στις ΗΠΑ και τη Γερμανία, υποτιμώντας το μέγεθος της σύγκλισής τους σε ορισμένους βασικούς κανόνες, παρά τα επιμέρους αντιτιθέμενα συμφέροντα. Αποδείχθηκε επίσης ότι είχε λανθασμένη εκτίμηση για τον τρόπο που η ιδιοσυγκρασία και κουλτούρα στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες επηρεάζουν την έκφραση των δικών τους συμφερόντων και την πρόσληψη των επιδιώξεων των άλλων. Σε αυτές τις αστοχίες συνέβαλαν τα εθνικά στερεότυπα και οι αμπελοφιλοσοφίες περί «προτεσταντικής ηθικής» κλπ. που επικρατούν στον δημόσιο λόγο στην Ελλάδα, χωρίς αυτό, βέβαια, να αποτελεί δικαιολογία. Κατά συνέπεια, δεν είχε διαβάσει σωστά την κωλυσιεργία των δανειστών απέναντι στην κυβέρνση Σαμαρά, η οποία είχε επιταχύνει την πτώση της, πιστεύοντας ότι οι δανειστές θα ήσαν πρόθυμοι να παραχωρήσουν στη νέα κυβέρνηση ό,τι είχαν αρνηθεί στην προηγούμενη. Αυτό είχε συμβεί το 1993 και το 2004, αλλά τα γεγονότα του 2009-2010 δείχνουν ότι είχαμε μπει σε διαφορετική εποχή.
Η διαπίστωση μέσα στον πρώτο μήνα από την ανάληψη της αρχής της αδυναμίας να πεισθούν οι δανειστές με λογικά επιχειρήματα σε αλλαγή πολιτικής απέναντι στο ελληνικό χρέος οδηγούσε την ελληνική κυβέρνηση μπροστά σε δύο επιλογές: είτε να αποδεχθεί την πλήρη συνθηκολόγηση είτε να προχωρήσει σε ρήξη. Η πρώτη επιλογή θα είχε εκείνη τη στιγμή ως αποτέλεσμα την πτώση της κυβέρνησης, η δεύτερη επίσης αποκλείστηκε· στις βαθύτερες αιτίες αυτής της απόρριψης θα αναφερθώ στη συνέχεια. Η κυβέρνηση νόμιζε ότι ξέφευγε από το δίλημμα υπογράφοντας τη συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου, θεωρώντας ότι με αυτή κέρδιζε χρόνο για να συνεχίσει να διαπραγματεύεται και τελικά να πείσει. Πιστή στην τακτική της έντιμης στάσης δέχτηκε να αφοπλιστεί και να επιστρέψει στους δανειστές τα αχρησιμοποίητα ομόλογα του ΤΧΣ, που θα της είχαν επιτρέψει να αμβλύνει τις δημοσιονομικές πιέσεις για ικανό χρονικό διάστημα, και κατά συνέπεια να αντισταθεί. Η στάση αυτή εκτιμήθηκε από την άλλη πλευρά ως επιβεβαίωση της αδυναμίας της και ως ένδειξη έλλειψης ενός σχεδίου Β΄, που θα συμπεριλάμβανε την έξοδο από το ευρώ. Εφόσον λοιπόν η ελληνική κυβέρνηση δεν είχε εναλλακτικό σχέδιο, οι ευρωπαίοι δανειστές μπορούσαν να την πιέσουν σε συνεχείς υποχωρήσεις για να επιτύχουν τους στόχους τους, πράγμα που έκαναν με μεγάλη επιτυχία και θα συνεχίσουν να το κάνουν και μετά την ενδεχόμενη επίτευξη μιας ενδιάμεσης, όπως θα αποδειχθεί, συμφωνίας μέσα στις επόμενες μέρες η εβδομάδες. Μέχρι αυτήν τη στιγμή, «η δημιουργική ασάφεια» λειτούργησε περισσότερο υπέρ των δανειστών, παρά υπέρ της ελληνικής πλευράς. Τους επέτρεψε να κωλυσιεργούν, απορρίπτοντας διαρκώς τις ελληνικές προτάσεις για «μεταρρυθμίσεις» ως ασαφείς και ανεπαρκείς, χωρίς να ομολογούν τον στόχο τους. Η πάροδος του χρόνου επέτρεψε να εκδηλωθεί και η κακοπιστία τους: για να δικαιολογηθούν στη δική τους κοινή γνώμη και να αντιστρέψουν τις επιτυχίες της ελληνικής κυβέρνησης και του Γιάνη Βαρουφάκη στις προσπάθειες να γίνει κατανοητή από την ξένη κοινή γνώμη η πραγματική φύση του ελληνικού προβλήματος, ξέχασαν «τον χωρίς όραμα Σαμαρά» και επανέφεραν το success story, αποδίδοντας τις σημερινές δυσκολίες της ελληνικής οικονομίας όχι στις προσπάθειές τους να τη στραγγαλίσουν, αλλά στην πολιτική της κυβέρνησης. Ξέχασαν, φαίνεται, ότι η προηγούμενη πολιτική οδήγησε τις ληξιπρόθεσμες οφειλές προς το δημόσιο στο 25% του δημόσιου χρέους και σε διαρκή υποχώρηση της τραπεζικής χρηματοδότησης της οικονομίας και ελπίζουν, χάρις στους αναμεταδότες τους στην Ελλάδα, να το ξεχάσουν και οι έλληνες πολίτες…
Η αδυναμία της κυβέρνησης είναι αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας
Η αδυναμία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στην περίσταση αποτελούσε αδυναμία ολόκληρης της ελληνικής κοινωνίας. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, με ό,τι μπορεί αυτό να σημαίνει σήμερα, υποχρεώθηκε να κάνει αστική πολιτική χωρίς να υπάρχει το συλλογικό κοινωνικό υποκείμενο αυτής της πολιτικής. Κατά τις πρώτες μέρες της νέας κυβέρνησης οι κλασικές εγχώριες εργοδοτικές οργανώσεις –οι «εκπρόσωποι των παραγωγικών τάξεων», όπως τους έλεγαν παλιά–εξέδωσαν ανακοίνωση στήριξης της κυβέρνησης στις διαπραγματεύσεις. Αυτή η κίνηση που θα μπορούσε να είναι ιστορικής σημασίας, δεν είχε πλέον καμία βαρύτητα, εξαιτίας της εξασθένισης του εγχώριου παραγωγικού ιστού. Η συσσώρευση του κεφαλαίου πραγματοποιείται πλέον κατά κύριο λόγο εκτός της χώρας. Δεν είναι μόνον οι εφοπλιστές που είναι εξωχώριοι, αλλά και οι μεγάλες ελληνόκτητες επιχειρήσεις έχουν μεταφέρει σημαντικό μέρος των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων στο εξωτερικό και συχνά και την ίδια την εταιρική τους έδρα. Τους επιτρέπεται λοιπόν μια σχετική αδιαφορία για την τύχη της εσωτερικής αγοράς και της εθνικής οικονομίας. Μόνο με αυτήν τη μετατόπιση του κεφαλαίου μπορούμε να κατανοήσουμε την, για μικροπολιτικούς λόγους, υπονόμευση των τραπεζών και της εγχώριας οικονομίας στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας από τους εκπροσώπους των –κατά δήλωσή τους– αστικών κομμάτων με την πρόσκληση προς τους πολίτες να μεταφέρουν τις καταθέσεις τους στο εξωτερικό. Μόνο μέσω αυτής μπορούμε, ακόμη, να κατανοήσουμε την έκδηλη ικανοποίηση των ελεγχόμενων από μεγάλα οικονομικά συμφέροντα ΜΜΕ για την έξοδο των καταθέσεων.
Παράλληλα με την απίσχνανση του εγχώριου παραγωγικού ιστού πολλαπλασιάστηκαν οι διάφορες μορφές μεσαζόντων, συμβούλων κλπ. που εξαρτώνταν από τις μεταφορές ποσών από τα ευρωπαϊκά διαρθρωτικά ταμεία. Ταυτόχρονα, περιοριζόταν το βάρος των δημόσιων επενδύσεων με εθνικούς πόρους. Τα ευρωπαϊκά ταμεία χρηματοδοτούν πλέον τα πάντα: από τα έργα υποδομής και την έρευνα μέχρι την αναστήλωση μοναστηριών και την ανακατασκευή των πεζοδρομίων. Οι προτεραιότητες καθορίζονται εκτός της χώρας, χωρίς συζήτηση στο εσωτερικό, η διαχείριση των πόρων γίνεται από αυτονομούμενες γραφειοκρατίες σε συνεργασία με πλήθος μεσαζόντων που επιβάλλει το σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης χωρίς δημοκρατικό έλεγχο. Αυτοί αναδείχθηκαν πλέον στους κόμβους του νέου πελατειακού συστήματος με την Ευρωπαϊκή Ένωση ως συλλογικό πάτρωνα. Η ένταξη κάθε μικρού έργου της περιφέρειας στα ΕΣΠΑ κλπ. έχει γίνει το όνειρο όλων των τοπικών αρχών και βασικός λόγος αντιπαράθεσης σε αυτοδιοικητικές και εθνικές εκλογές. Από αυτό το νέο πελατειακό σύστημα εξαρτάται η αναπαραγωγή του πολιτικού συστήματος. Η εξέλιξη αυτή συνέπεσε με την ανάπτυξη στην Ελλάδα μιας οικονομολογικής διανόησης που εκτελεί τη διαχείριση των χρηματικών κεφαλαίων και ερμηνεύει δικαιολογώντας το σύστημα στο οποίο συμμετέχει. Ποτέ η Ελλάδα δεν διέθετε τόσους πολλούς οικονομολόγους και τόση λίγη οικονομική σκέψη. Από αυτά τα διογκωμένα στρώματα διαχειριστών του συστήματος προέρχονται οι νέοι οργανικοί διανοούμενοι.
Ιστορικά, οι κρίσεις εξωτερικού δημόσιου χρέους έφερναν αντιμέτωπες αστικές τάξεις: εκείνη της υπό πτώχευση χώρας και τους ξένους κεφαλαιούχους. Η σημερινή κυβέρνηση βρέθηκε στην πρωτόγνωρη θέση να αναλάβει τη διαπραγμάτευση του δημόσιου όχι για λογαριασμό των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων της χώρας, αλλά για λογαριασμό των υποβαθμισμένων εκπροσώπων των παλαιών παραγωγικών δομών, των μικροεπιχειρηματιών και των μισθωτών. Η ελληνική αστική τάξη και οι πολιτικοί εκπρόσωποί της χαιρέτισαν το PSI, το οποίο, σε αντίθεση με κάθε ιστορική εμπειρία, «κούρεψε» κατά κύριο λόγο το εσωτερικό δημόσιο χρέος, εξασθενώντας από μέσα την οικονομία. Κατά συνέπεια, η κυβέρνηση έχει απέναντί της έχει όχι μόνο τους εκπροσώπους των δανειστών, αλλά και τους μεγάλους έλληνες κεφαλαιούχους συνεπικουρούμενους από τους οργανικούς τους διανοούμενους.
Η ασταθής κοινωνική βάση της πολιτικής της κυβέρνησης
Σπύρος Βασιλείου, «Εσωτερικό καφενείου», 1959
ΣΠΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, «ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ ΚΑΦΕΝΕΙΟΥ», 1959
Ταυτόχρονα, η κοινωνική βάση της πολιτικής της είναι ασταθής. Το ζήτημα της μείωσης των καταθέσεων και της διαρροής τους στο εξωτερικό είναι ενδεικτικό γι’ αυτές τις αντιφατικές καταστάσεις. Πριν ξεκινήσει η αποθησαύριση των ποσών των μικροκαταθετών είχε εκδηλωθεί, όπως και το 2012, η μεταφορά σε καθημερινή βάση των εισπράξεων των θυγατρικών ξένων εταιριών σε λογαριασμούς τους στο εξωτερικό. Παράλληλα, οι εγχώριες τράπεζες συστήνουν ανοικτά στους εναπομείναντες σημαντικούς καταθέτες ασφαλείς τρόπους για να μεταφέρουν τα κεφάλαιά τους στο εξωτερικό. Μια ματιά στα ταχύτερα αναπτυσσόμενα διεθνή αμοιβαία κεφάλαια των ελληνικών τραπεζών και στα ασφαλιστικά συμβόλαια αποκαλύπτει αυτήν την πρακτική. Υπάρχουν ασφαλώς οι εφοπλιστές που εξαναγκάζονται από τις ξένες τράπεζες να μεταφέρουν πάραυτα εκτός Ελάδας το προϊόν των δανείων που αυτές τους παρέχουν, εάν δεν τα έχουν ήδη μεταφέρει, και οι ξενοδόχοι που υφίστανται ανάλογους εκβιασμούς από τους ξένους μεγάλους ταξειδιωτικούς οργανισμούς. Μεγάλο όμως, αν όχι το μεγαλύτερο, μέρος των εκροών οφείλεται σε αυτούς των οποίων τα συμφέροντα επιχειρεί να υπερασπισθεί η κυβέρνηση. Οι μεγαλοκαταθέτες είχαν ήδη μεταφέρει τα χρηματικά τους διαθέσιμα προ καιρού. Ανάλογα, παράλληλα με τη φοροαποφυγή των μεγάλων επιχειρήσεων εξακολουθεί να τρέχει η καθημερινή φοροδιαφυγή αυτών που έχουν πληγεί περισσότερο από την κρίση. Συνολικά, οι περισσότεροι Έλληνες αντιδρούν στην κρίση με τα ίδια αντανακλαστικά με τα οποία πορεύθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες που συνίστανται στην προσπάθεια να μειωθεί το προσωπικό τους κόστος, αδιαφορώντας στην πράξη για τα συλλογικά συμφέροντα. Από αυτή την ελπίδα παρακινούμενοι πολλοί κινδυνεύουν να παρασυρθούν από την προπαγάνδα και να δεχθούν ως ανακούφιση μια οιαδήποτε συμφωνία με τη λογική του μικροαστικού «άσε τώρα, και βλέπουμε…».
Οι ξένοι δανειστές μας μπορεί καμιά φορά να διαθέτουν λανθασμένα ποσοτικά στοιχεία για το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα, αλλά έχουν πλήρη επίγνωση αυτής της κατάστασης και την εκμεταλλεύονται. Οι εγχώριοι αντίπαλοι της κυβέρνησης κάνουν ότι δεν ακούν τις επανειλημμένες δηλώσεις ξένων υπευθύνων, όπως τελευταία του Β. Σόϊμπλε στη Ρίγα, για την ανικανότητα των ελληνικών ελίτ και είναι πρόθυμοι να προσφέρουν ξανά τις υπηρεσίες τους, Ίσως να έχουν δίκιο, γιατί η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι στις χώρες που υπάρχει εξωτερική επέμβαση οι εκάστοτε ξένοι, για να ελέγξουν τη χώρα, προτιμούν να συναλλάσσονται με τη διεφθαρμένη και ανίκανη «ελίτ», παρά με αυτούς που θέλουν να αλλάξουν το σύστημα. Αυτό συνέβη κατ’ επανάληψη στην Ελλάδα και εξακολουθεί να συμβαίνει.
Η συμφωνία που μπορεί να συναφθεί ή η ρήξη δεν θα αποτελέσουν το Τέλος της Ιστορίας και σε κάθε περίπτωση θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε όλοι μας τα νέα προβλήματα. Εάν οι δυσκολίες που συναντά η κυβέρνηση στις διαπραγματεύσεις για το χρέος οφείλονται σε βαθύτερες αδυναμίες της ελληνικής κοινωνίας, τότε και το ξεπέρασμα της σημερινής κατάστασης μας αφορά όλους. Η κυβέρνηση δεν θα πρέπει να αφήσει να χαθεί επικοινωνιακά το νόημα του εκλογικού αποτελέσματος της 25ης Ιανουαρίου, προσπαθώντας να εξωραΐσει τη νέα συμφωνία. Και το νόημα ήταν ότι η προηγούμενη πολιτική αποδιάρθρωσε την κοινωνία, γι’ αυτό οι πολίτες καταψήφισαν αυτούς που την υλοποίησαν. Όλες οι πολιτικές δυνάμεις, στην Ελλάδα οπωσδήποτε, και συχνά και στο εξωτερικό που δέχθηκαν να εφαρμόσουν αυτές τις πολιτικές λιτότητας αποδείχθηκαν αναλώσιμες. Με τη σημερινή κυβέρνηση δεν θα αναλωθεί μόνο μια πολιτική ομάδα, αλλά και οι ελπίδες έλλογης λύσης από το εσωτερικό της κοινωνίας με συνέπεια αυτό που διακυβεύεται να είναι η ίδια η δημοκρατία στην Ελλάδα. Καμία πρόταση για έξοδο από αυτό το τέλμα δεν θα έχει ελπίδες επιτυχίας αν δεν στηρίζεται σε σωστή ανάλυση της διεθνούς και της ελληνικής συγκυρίας και σε προτάσεις για μια πολιτική που θα παίρνει μεν υπόψη της τις προσδοκίες της κοινωνίας θα στηρίζεται όμως στην ανάλυση αυτή. 
Ο Χρήστος Χατζηιωσήφ είναι ιστορικός