Σάββατο, 28 Ιουνίου 2014

10 μύθοι και μία αλήθεια για τη διαπραγμάτευση του χρέους



Β.Καραγιάννη (Πηγή Athens Voice)

Βρισκόμαστε τρεις μήνες πριν το φθινόπωρο, και στην ελληνική κοινή γνώμη ευδοκιμούν δέκα μύθοι σε σχέση με την επικείμενη διαπραγμάτευση για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους:
Μύθος 1: Η διαπραγμάτευση για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους θα είναι κάτι σαν «μπρα ντε φερ», όπου αυτός που θα φωνάξει περισσότερο ή αυτός που θα εκβιάσει περισσότερο, θα νικήσει
Εκτιμώ ότι στην ελληνική κοινή γνώμη, επικρατεί η λανθασμένη άποψη ότι κάπου εκεί τον ερχόμενο Σεπτέμβριο, θα βρεθούν σε ένα δωμάτιο οι δύο αντιπροσωπείες (Ελλάδα & πιστωτές), και στο πλαίσιο του γραφικού "θα μπούμε στην αίθουσα και θα τους πούμε αφήστε τα μολύβια κάτω, και δεν θα βγούμε από την αίθουσα μέχρι να συμφωνήσουμε...", θα διεξαχθούν οι διαπραγματεύσεις για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.
Τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά κι αυτό γιατί στο πλαίσιο της λειτουργίας της ευρωζώνης, δεν υπάρχει περιθώριο εκβιασμών ή απειλών τύπου «κρατάμε τα πυρηνικά στο χέρι», ούτε περιθώριο για δημόσια διαπραγμάτευση μετά τυμπανοκρουσιών. Κι αυτό γιατί υπάρχει ισχυρή αλληλεξάρτηση και κοινή στρατηγική μεταξύ Ελλάδος και πιστωτών-χωρών
Επιπροσθέτως, θα πρέπει να συμπεριληφθεί στο σχεδιασμό της διαπραγμάτευσης, η επόμενη ημέρα της συνύπαρξης με τις χώρες-πιστωτές στο πλαίσιο της ευρωζώνης. Εάν η ελληνική πλευρά προσπαθήσει να επιβάλει με εκβιασμό την ελληνική διαπραγματευτική γραμμή, τότε είναι πιθανό η Ελλάδα να συναντήσει αδιέξοδο σε άλλα ζωτικά θέματα στο μέλλον, όπου θα χρειαστεί τη στήριξη των χωρών της ευρωζώνης.
Με το τελικό αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης, θα πρέπει να δοθεί ένα win win μήνυμα προς την κοινή γνώμη του συνόλου της ευρωζώνης (χώρες-πιστωτές και ελληνική) .
Μύθος 2: Η διαπραγμάτευση θα ξεκινήσει το Σεπτέμβριο και θα ολοκληρωθεί κάπου το τελευταίο τρίμηνο του 2014
Τα πράγματα είναι αρκετά διαφορετικά, η διαπραγμάτευση έχει ήδη αρχίσει από τη στιγμή που η Ελλάδα αποφάσισε την παραμονή της στο ευρώ, συνεχίζεται μέχρι τις ημέρες μας. Αυτό που υποτίθεται ότι θα αρχίσει το Σεπτέμβριο, θα είναι η επίσημη φάση της διαπραγμάτευσης, ή αλλιώς, η διαπραγμάτευση υπό το φως της δημοσιότητας.
Κατά τη γνώμη μου, η επίσημη φάση της διαπραγμάτευσης δεν θα ξεκινήσει εάν η ελληνική πλευρά
α) δεν θα έχει τηρήσει το σύνολο των συμφωνηθέντων,
β) δεν θα έχει υπάρξει συμφωνία μεταξύ ελληνικής πλευράς και πιστωτών, για την ελάφρυνση του χρέους και πριν ξεκινήσει η επίσημη φάση της διαπραγμάτευσης,
γ) δεν θα έχει υπάρξει μία μίνιμουμ συνεννόηση στην ελληνική πλευρά για μία σειρά από θέματα. Η συνεννόηση αφορά την ελληνική κυβέρνηση και αντιπολίτευση, και δεν συμπεριλαμβάνει μόνο τη διαπραγμάτευση αυτή καθαυτή, αλλά και άλλα θέματα όπως τη συνταγματική αναθεώρηση, τις διαρθρωτικές αλλαγές, τη βιωσιμότητα των πρωτογενών πλεονασμάτων για τα επόμενα χρόνια, και φυσικά την προεδρία της Δημοκρατίας.
δ) όλα τα παραπάνω παραπέμπουν και στην υπογραφή της τελικής συμφωνίας για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους από τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Μύθος 3: Το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης θα είναι σε κάθε περίπτωση θετικό για την ελληνική πλευρά.
Αυτό αποτελεί μία λανθασμένη & επικίνδυνη άποψη γιατί η συμφωνία του Νοεμβρίου του 2012 προβλέπει κινήσεις ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, χωρίς να τις ποσοτικοποιεί.
Δηλαδή μπορεί να έχουμε μία συμφωνία ελάφρυνσης, η οποία μειώνει το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης π.χ. κατά €0,5 δις, η οποία να βρίσκεται στο πνεύμα της τότε συμφωνίας. Σε αυτή την περίπτωση, το αποτέλεσμα μπορεί να είναι θετικό αλλά σε αυτή την περίπτωση εξακολουθεί να τίθεται θέμα βιωσιμότητας του χρέους.
Με άλλα λόγια, θα έχουμε μία αποτυχημένη διαπραγμάτευση σε σχέση με όσα έχουν διαρρεύσει περί επιμήκυνσης της αποπληρωμής μέχρι τα 50 χρόνια, η οποία σε συνδυασμό με μείωση του επιτοκίου θα μείωνε το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους κατά περίπου €3 δις.
Σε γενικές γραμμές, η διαπραγμάτευση αποτελεί μία δυναμική διαδικασία, η έκβαση της οποίας, θα εξαρτηθεί από τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας, κι από την αξιοπιστία της ελληνικής πλευράς να τηρήσει τα πρωτογενή πλεονάσματα στο μέλλον.
Μύθος 4: Στη διαπραγμάτευση, η ελληνική πλευρά μπορεί να ζητήσει περίπου ότι θελήσει δηλ και διαγραφή, και επιμήκυνση, και μείωση επιτοκίου, και σταθερό επιτόκιο
Θα πρέπει να γίνει ξεκάθαρο ότι σε μία διαπραγμάτευση υπάρχουν πράγματα που μπορούμε να πετύχουμε, πράγματα που είναι πιο δύσκολο να πετύχουμε και πράγματα που δεν μπορούμε να πετύχουμε.
Η ελληνική πλευρά, θεωρητικά μπορεί να ζητήσει τα πάντα αλλά στο τέλος θα πρέπει να κλείσει τη συμφωνία με ένα αξιοπρεπή συμβιβασμό, ο οποίος θα πρέπει να υπογραφεί από την ελληνική πλευρά (κυβέρνηση & αντιπολίτευση) κι από την ευρωπαϊκή πλευρά (τα 18 κοινοβούλια της ευρωζώνης).
Μύθος 5: Η διαπραγμάτευση είναι εύκολη υπόθεση και το αποτέλεσμα της είναι προκαθορισμένο
Αυτή η προσέγγιση είναι επικίνδυνη για την ελληνική πλευρά γιατί αγνοεί ότι διαπραγματεύεται με τα άλλα 18 κράτη της ευρωζώνης. Ο καθορισμός της διαπραγματευτικής γραμμής των πιστωτών, αποτελεί μία εξαιρετικά σύνθετη και δυναμική διαδικασία. Θα εξαρτηθεί κι από το συσχετισμό δυνάμεων στην πλευρά των πιστωτών, το ερχόμενο φθινόπωρο.
Στο ευρωπαϊκό επίπεδο, θα εξαρτηθεί από τη συμφωνία μεταξύ της ευρωπαϊκής ομάδας του λαϊκού κόμματος και της σοσιαλιστικής ομάδας καθώς κι από την έγκριση της από τα κοινοβούλια 18 χωρών-πιστωτών της ευρωζώνης.
Μύθος 6: Η πλευρά των πιστωτών θα κάνει αποδεκτό το ελληνικό αίτημα περί διαγραφής ελληνικού χρέους.
Κατά τη γνώμη μου, αυτό το αίτημα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό γιατί α) είναι εξαιρετικά δύσκολο να εγκριθεί από το σύνολο των 18 κοινοβουλίων της ευρωζώνης και β) συναντά και συνταγματικούς περιορισμούς σε κάποιες από τις χώρες αυτές. Εάν το ζητούμενο είναι η μείωση του ετήσιου κόστους εξυπηρέτησης π.χ. κατά 50%, αυτό το αποτέλεσμα μπορεί να επιτευχτεί με τη ανάλογη επιμήκυνση του χρέους σε συνδυασμό με μείωση του επιτοκίου και χωρίς «κούρεμα» της ονομαστικής αξίας.
Ένας επί πλέον παράγοντας που θα πρέπει να συμπεριληφθεί στην ελληνική συλλογιστική, είναι η επίπτωση της παραγραφής του χρέους στο γενικότερο επενδυτικό κλίμα. Κι αυτό γιατί ακόμα και στην περίπτωση της 100% παραγραφής του ελληνικού χρέους, οι χρηματοδοτικές ανάγκες του ελληνικού κράτους δεν τελειώνουν.
Και πως μπορεί το ελληνικό κράτος να βγει στις αγορές να δανειστεί από άλλες χώρες ή ιδιώτες, όταν πριν έχει πιέσει κι ενδεχομένως έχει πετύχει τη διαγραφή χρέους του επίσημου τομέα?
Θα χαρακτήριζα ως «μπακαλίστικη» τη λογική που αναφέρει ότι μετά τη διαγραφή χρέους, οι πιστωτές θα «τρέξουν» να δανείσουν το ελληνικό κράτος γιατί το χρέος θα είναι μικρότερο (με βάση το λόγο χρέος % του ΑΕΠ). Κι αυτό γιατί η προσέγγιση αγνοεί την μετέπειτα πορεία του ΑΕΠ.
Οι υπερασπιστές αυτής της διαπραγματευτικής γραμμής αγνοούν βασικές αρχές των διεθνών αγορών, οι οποίες λειτουργούν όχι μόνο με βάση τα αριθμητικά αποτελέσματα αλλά και α) την αξιοπιστία του συναλλασσόμενου και β) το αναπτυξιακό μοντέλο της οικονομίας το οποίο θα εξασφαλίζει μέσω του ΑΕΠ, την αποπληρωμή του χρέους.
Μύθος 7: Το κόστος για τους πιστωτές από μία συμφωνία ελάφρυνσης είναι αμελητέο, εάν η συμφωνία δεν συμπεριλάβει διαγραφή.
Αυτή η θέση, εκτός του είναι αβάσιμη, είναι και βαθύτατα αντικοινοτική. Κατά αρχήν, με την επιμήκυνση της αποπληρωμής π.χ. μέχρι τα 50 χρόνια σε συνδυασμό με τη μείωση του επιτοκίου κατά περίπου 0,50%, οι χώρες-πιστωτές θα έχουν διαφυγόντα έσοδα της τάξης περίπου €3 δις σε ετήσια βάση.
Επίσης κάποιες χώρες θα δανείζουν την ελληνική πλευρά, ενδεχομένως με χαμηλότερα επιτόκια από ότι αυτές δανείζονται από τις αγορές.
Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι απέναντι στην ελληνική πλευρά, δεν βρίσκεται μόνο η Γερμανία, η οποία είναι πολύ πιο μεγάλη και πιο πλούσια χώρα από την Ελλάδα. Βρίσκονται και χώρες σαν την Μάλτα, τη Σλοβακία και προσφάτως και κάποιες Βαλτικές χώρες, οι οποίες είναι χώρες πιο μικρές και οικονομικά πιο αδύναμες χώρες από την Ελλάδα.
Μύθος 8: Η ελληνική πλευρά έχει το περιθώριο να διαπραγματεύεται στο διηνεκές ή έχει το περιθώριο να μην κλείσει το θέμα της διαπραγμάτευσης μέσα στο 2014 και να το αναβάλει για αργότερα.
Θα έλεγα ότι αυτή η άποψη είναι ανιστόρητη, γιατί η ελληνική πλευρά είναι αυτή που πιέζεται για την ελάφρυνση του χρέους. Κι αυτό γιατί η ελάφρυνση του χρέους, θα είναι αυτή που θα αφήσει το περιθώριο για μειώσεις στη φορολογία και θα δώσει το πράσινο φως για περισσότερες ξένες άμεσες επενδύσεις στην ελληνική επικράτεια.
Επίσης η σύγχρονη ελληνική εμπειρία έχει δείξει ότι σε κάθε περίπτωση αναβολής στη διευθέτηση εθνικών θεμάτων, οδηγηθήκαμε σε νέα, χειρότερη διαπραγματευτική θέση για την ελληνική πλευρά. Θα αναφέρω χαρακτηριστικά, τις διαπραγματεύσεις για το κυπριακό και για την ονομασία της ΠΓΔΜ.
Μύθος 9: Στην επικείμενη διαπραγμάτευση, η ελληνική πλευρά θα πρέπει να έχει μόνο αριθμητικούς στόχους σε σχέση με την ελάφρυνση του χρέους.
Αυτό αποτελεί μία κοντόφθαλμη στρατηγική, γιατί στο περιθώριο των διαπραγματεύσεων, η ελληνική πλευρά μπορεί να πετύχει κι άλλους στόχους, οι οποίοι ενδεχομένως να έχουν πολλαπλάσιο οικονομικό αποτέλεσμα για την ελληνική πλευρά.
Πιο συγκεκριμένα, στο περιθώριο των ευρωπαϊκών διεργασιών έχει ξεκινήσει η συζήτηση για τη γεωγραφική κατανομή των ευρωπαϊκών θεσμών καθώς και για το καταμερισμό εργασίας στο επίπεδο της ευρωζώνης.
Η συζήτηση διεξάγεται υπό το πρίσμα της υφιστάμενης γεωγραφικής κατανομής των ευρωπαϊκών δραστηριοτήτων, σύμφωνα με την οποία οι έδρες των ευρωπαϊκών θεσμών βρίσκονται εγκατεστημένες αποκλειστικά σε πόλεις των χωρών που αποτέλεσαν τον αρχικό πυρήνα της ευρωπαϊκής ενοποίησης όπως Βρυξέλες, Φρανκφούρτη, Λουξεμβούργο και Στρασβούργο.
Η ελληνική πλευρά, μπορεί να προσπαθήσει στο περιθώριο της διαπραγμάτευσης, για τη μεταφορά στην ελληνική επικράτεια, ευρωπαϊκών οργανισμών με ακτίνα δράσης τα Βαλκάνια & Μέση Ανατολή. Κάτι παρόμοιο έχει δημιουργηθεί στη Φλόριντα για λογαριασμό των ΗΠΑ, και με ακτίνα δράσης τη Λατινική Αμερική.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Ελλάδα θα προσελκύσει και σημαντικές ιδιωτικές επενδύσεις περιφερειακού χαρακτήρα, οι οποίες θα αυξήσουν την οικονομική δραστηριότητα, και μάλιστα σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από την αύξηση που θα προκληθεί από μία ενδεχόμενη ελάφρυνση του ετήσιου κόστους εξυπηρέτησης κατά €2-3 δις.
Μύθος 10: Στη διαπραγμάτευση για το χρέος δεν συμμετέχει η Αξιωματική Αντιπολίτευση.
Κατά τη γνώμη μου, αυτή αποτελεί μία κοντόφθαλμη και λανθασμένη άποψη γιατί δεν «μπαίνει στα παπούτσια» των χωρών-πιστωτών. Κι αυτό γιατί, κανένας πιστωτής δεν θα συμφωνήσει σε μία αναδιάρθρωση του χρέους, εάν δεν έχει εκ των προτέρων εξασφαλίσει ότι η εν λόγω συμφωνία θα εξακολουθήσει να υφίσταται ακόμα και μετά από μία ενδεχόμενη κυβερνητική αλλαγή.
Εκτιμώ ότι, η αξιωματική αντιπολίτευση όχι μόνο συμμετέχει στις διαπραγματεύσεις παίζοντας το ρόλο του «κακού», αλλά τελικά υποχρεωθεί να υπογράψει το κείμενο της τελικής συμφωνίας. Κι αυτό θα συμβεί, ασχέτως του εάν προηγηθούν ή όχι βουλευτικές εκλογές.
Υπάρχει όμως και μία σημαντική αλήθεια σε σχέση με την επικείμενη διαπραγμάτευση για την ελάφρυνση του ελληνικού χρέους.
Αλήθεια: Στη διαπραγμάτευση, η ελληνική πλευρά κατέρχεται με πολύ ισχυρή διαπραγματευτική θέση
Αυτό είναι το αποτέλεσμα των σημαντικών θυσιών των ελλήνων πολιτών, με βάση τις οποίες η ελληνική πλευρά έχει επιτύχει σημαντικούς στόχους, και μάλιστα νωρίτερα από το συμφωνηθέν χρονοδιάγραμμα. Βέβαια, η ελληνική πλευρά έχει ακόμα εκκρεμή θέματα για να εκπληρώσει, αλλά αυτά αποτελούν ένα σχετικά μικρό τμήμα συγκριτικά με το τι έχει ήδη εκπληρώσει.

Στην περίπτωση, που η ελληνική πλευρά εκπληρώσει το σύνολο των συμφωνηθέντων μπορεί να πετύχει α) τη σημαντική ελάφρυνση του ετησίου κόστους εξυπηρέτησης του χρέους, η οποία θα διευκολύνει την αποκλιμάκωση της φορολογίας και β) την ανάπτυξη σημαντικών ξένων επενδύσεων στην ελληνική επικράτεια, οι οποίες θα συνεισφέρουν στη μείωση της ανεργίας και στην εμπέδωση βιώσιμης ανάπτυξης τις επόμενες δεκαετίες.
Βασική προϋπόθεση για όλα τα παραπάνω αποτελεί η διατήρηση της πολιτικής σταθερότητας και η μίνιμουμ συνεννόηση μεταξύ των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού και της αξιωματικής αντιπολίτευσης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου